Την Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου, την επομένη των εκδηλώσεων προς τιμήν του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, είχαμε τη σπάνια τύχη να συζητήσουμε με τον συμπολεμιστή του Ήρωα, τον κύριο Γεώργιο Γαβριήλ Στενιώτη. Τον προσκαλέσαμε στο σχολείο μας για να μιλήσει στις μαθήτριες και στους μαθητές της Γ’ Τάξης.
Μέσα στην αίθουσα που φέρει το όνομα του Ευαγόρα, ο κύριος Στενιώτης μίλησε για τον Ευαγόρα – φίλο και τον Ευαγόρα – συναγωνιστή… Η συγκίνηση, λοιπόν, ήταν εκ των πραγμάτων δεδομένη. Όμως, ο κύριος Στενιώτης με το καλοσυνάτο, χαμογελαστό του πρόσωπο, την ήπια τρεμάμενη φωνή του, την απροσποίητη αγάπη για τον παντοτινά έφηβο φίλο του, τον Βαγορή του, μας πήγε πέρα από τη συγκίνηση. Μας συγκλόνισε. Δακρύσαμε μαζί του, όταν μας είπε πόσο πονούσε ο ίδιος και ο Ευαγόρας κάθε φορά που αναγκάζονταν να σκοτώσουν νεαρούς Άγγλους στρατιώτες, πιόνια κι εκείνοι αχόρταγων αποικιοκρατών. Βλέπει ακόμα τα πρόσωπά τους στον ύπνο του. Και ο Βαγορής, τα βράδια πάνω στα βουνά ή μέσα στα λαγούμια που κρύβονταν, ζητούσε έλεος από την Παναγία για τις ζωές που αναγκαζόταν να αφαιρέσει. Έβγαλε το άσπρο του μαντήλι ο ηλικιωμένος αυτός, άλλοτε αντάρτης της ΕΟΚΑ , για να σκουπίσει τα δάκρυά του, όταν μίλησε για τη μάνα του. Τότε που οιΆγγλοι, όταν είχαν επικηρύξει αυτόν και τον Παλληκαρίδη για 5.000 λίρες τον καθένα, πήγαν στη μάνα του Στενιώτη.
«Πού είναι ο γιος σου;», τη ρωτούσαν επίμονα. Μα δεν ήξερε η μάνα. Πώς να ήξερε; Ο Άγγλος αξιωματικός τότε, για να αποκαλύψει το κρησφύγετο του γιου της η μάνα, διέταξε να βασανίσουν μπροστά της τον άλλο της γιο. «Πού είναι ο γιος σου;». Και η μάνα, με φωνή που έβγαινε από τα έγκατα της ψυχής της, του είπε «Εσένα η μάνα σου ξέρει πού είναι ο γιος της; Ξέρει τι κάνει ο γιος της;». Έτσι αποστόμωσε τον Άγγλο η μάνα Μπουμπουλίνα, όπως την αποκάλεσε η σύζυγος του κ. Στενιώτη, η κυρία Ανδρούλα, παρούσα και αυτή στην αίθουσα.

Νοιώσαμε δέος καθώς μας περιέγραφε τη ζωή των ανταρτών. Που έσκαβαν λαγούμια και κάτω από τη γη σχεδίαζαν τις επιθέσεις τους, που τρέφονταν με βατόμουρα ,βελανίδια, παξιμάδια, που ξεδιψούσαν στα ποτάμια και ανάσαιναν με τη βοήθεια ενός σωλήνα που τους έστελνε οξυγόνο από τον απάνω κόσμο. Πόσες φορές, όμως, ο σωλήνας έφραζε από χώματα, λάσπες, κλαδιά και, από εκεί κάτω, ζωντανοί – νεκροί έβγαιναν σπαρταρώντας, για να αναπνεύσουν, κι έτρεχε το αίμα από τη μύτη τους λόγω της έλλειψης οξυγόνου.
« Κοίτα να μην έχεις χτυπήματα από τον εχθρό στην πλάτη», είπε στον Ευαγόρα ο πατέρας του, την ημέρα που του ανακοίνωσε ο γιος του ότι θα ανέβει στο βουνό. Γιατί οι Ήρωες δεν χτυπιούνται πισώπλατα, παιδιά μου, μας είπε ο κ. Στενιώτης. Και ήταν σαν να έβγαινε από τα βάθη του μύθου και της ιστορίας η κουβέντα αυτή. Αλλά βγήκε από τα χείλη ενός μικρόσωμου καλοσυνάτου γεροντάκου, που στη νιότη του έγινε λιοντάρι και αντιστάθηκε στους δυνάστες της πατρίδας του.
Και πώς να συγκρατήσουμε τα δάκρυά μας,ακούγοντάς τον να εξομολογείται τον καημό του: «Εγώ έπρεπε να πάω σε εκείνη την αποστολή. Μα στη θέση μου πήγε ο Βαγορής. Και τον έπιασαν σε ενέδρα, ύστερα από προδοσία. Και τον φυλάκισαν, τον βασάνισαν, του παραμόρφωσαν το κεφάλι του Βαγορή που ήτανε ο πιο ψηλός, ο πιο όμορφος. Και τον κρεμάσανε. Στη θέση του ήτανε εγώ να πάω». Άλγος και άχθος ανείπωτο…

Και μετά ιστορίες για τις πλάκες που έκανε ο Βαγορής στους συμπολεμιστές του, κι έφεγγε το πρόσωπο του κύριου Στενιώτη. Τις ζούσε, σα να ήταν πάλι έφηβος πάνω στα βουνά της Πάφου και με τον Ευαγόρα μοιράζονταν το όραμα της ελεύθερης Κύπρου. Μία ανάμνηση φωτεινή, μία ανάμνηση ζοφερή. Και το πρόσωπο του ηλικιωμένου αφηγητή έπαιρνε το χρώμα των αναμνήσεων. Στις σκοτεινές βούρκωνε. Και να, το κάτασπρο μαντηλάκι του, το έβγαζε από το μπλε σακάκι και σκούπιζε τα μάτια του .Εμείς συνεπαρμένοι. Γιατί είχαμε τον ίδιο τον συμπρωταγωνιστή (ο Ευαγόρας πρωταγωνιστής) μπροστά μας, με σάρκα και οστά. Τα παιδιά για πρώτη φορά συνειδητοποιούσαν ότι η Ιστορία δεν είναι κάτι μακρινό, απρόσωπο, αόριστο. Να τη η Ιστορία, ήταν μπροστά μας και είχε την όψη κοινού θνητού.

Δίπλα του η σύζυγός του. Ζούσε και αυτή τα γεγονότα. Σοβαρή, γλυκιά, δυναμική γυναίκα. Ανδρούλα όνομα και πράμα.
«Κυρία Ανδρούλα, είχατε κι εσείς αδερφό ή άλλο συγγενή αντάρτη;», τη ρώτησα.
«Όχι, παιδί μου. Μα μου σκότωσαν τον πατέρα μου οι Άγγλοι». Και αφηγήθηκε την ιστορία της. Με λόγο λακωνικό, σοβαρό, ταπεινό. Δώδεκα χρονών ,κοριτσάκι ήταν εκείνον τον Σεπτέμβρη. Που οι Άγγλοι (τάγμα Σκώτων Χαϊλάντερς) μπήκαν στο χωριό τους ,τον Κάθικα της Πάφου, και συγκέντρωναν τους άντρες σε ένα χωράφι. Ο πατέρας της, ο Χαμπής, (Χαράλαμπος) Καλαϊτζής, το είχε δηλώσει στη γυναίκα του. Άμα οι Άγγλοι μπουν στο σπίτι και τον εξαναγκάσουν να τους ακολουθήσει, αυτός θα αρνηθεί και ό,τι γίνει. Μάταια προσπάθησε η γυναίκα του να του αλλάξει γνώμη. Εφτά παιδιά είχανε, το τελευταίο, ο Πάμπος, ενός μηνός, βύζαινε. Μα ο πατέρας δεν άντεχε άλλο τους εξευτελισμούς. Μπήκαν οι Άγγλοι, λοιπόν, εκείνο το βράδυ,13 Σεπτέμβρη του 1958, στο χωριό. Πέντε μπήκαν στο σπίτι τους. Ο πατέρας, όπως το είχε πει. Αρνήθηκε να τους ακολουθήσει. Η Ανδρούλα, δώδεκα χρονών, μπήκε ανάμεσα στον Άγγλο και στον πατέρα της. Κρατούσε το σακάκι του πατέρα. « Σε παρακαλώ,μπαμπά μου, πήγαινε. Και φόρεσέ το, γιατί το βράδυ έχει παγωνιά». Την έσπρωξε τη μικρή ο πατέρας. Χωρίς να τον καταλάβουν πήρε το μαχαίρι πάνω από το τραπέζι της κουζίνας και όρμησε στην αυλή, για να μη δουν τα παιδιά του… πίσω του οι Άγγλοι, η μάνα στο σπίτι με τα παιδιά της. Στο σκοτάδι της αυλής ο πατέρας μαχαίρωνε με λύσσα τους Άγγλους. Τρεις σκότωσε, με έντεκα μαχαιριές τραυμάτισε έναν από αυτούς. Ώσπου ρίξανε φωτοβολίδα και πλάκωσαν πάνω από εκατό. Τον γάζωσαν με σφαίρες. Μέχρι και στις σόλες των παπουτσιών του. Η μάνα βγήκε έξω. Η Ανδρούλα και τα αδέρφια της ήθελαν να πιστεύουν ότι ο πατέρας τουςτραυματίστηκε και ότι η μάμα τους ήταν μαζί του στο νοσοκομείο. Το άλλο πρωί επέστρεψε η μάνα στο σπίτι. « Ετοιμαστείτε. Σήμερα είναι η κηδεία του πατέρα σας». Κοιτάζαμε την κυρία Ανδρούλα. Πόνος και αξιοπρέπεια και ταπεινότητα. «Αυτά», είπε. Κι έσκυψε το κεφάλι. Συνέχισε ένα λεπτό μετά: «Μα πριν λίγα χρόνια ήρθε ένας ηλικιωμένος στο χωριό μας. Συνοδευόταν από μία νεαρή. Κρατούσε μια ανθοδέσμη. Την κατέθεσε στο μνημείο που έχει στηθεί για τον πατέρα μου και είπε στη νεαρή: Αυτή είναι η Κύπρος. Και ζήτησε μετά να μας δει. Ήταν ο Άγγλος που είχε τις έντεκα μαχαιριές στο σώμα του. Και είχε σκοτώσει τον πατέρα μου». Εκεί έκλαψε η κυρία Ανδρούλα. Κλαίω και για τον πατέρα μου και για τον Άγγλο, μας είπε. Νέοι άνθρωποι ήταν και οι δυο. Τι φταίξανε; Σιγή στην τάξη. Απόλυτη.
Ήταν το πιο συναρπαστικό μάθημα Ιστορίας που έχουμε βιώσει. Και το πιο συγκινητικό μάθημα ήθους.
Ο κύριος Στενιώτης μονολογούσε: «Τι όμορφα, στην αίθουσα που έχει το όνομα του φίλου μου, να μιλώ γι` αυτόν, την ημέρα των γενεθλίων μου». Έτσι, στην τούρτα που σπεύσαμε να πάρουμε, μέσα στο θερμό χειροκρότημα των παιδιών και το δικό μας, έσβησε και τα κεράκια με το 87 ο κύριος Στενιώτης, στην αίθουσα «Ευαγόρας Παλληκαρίδης»…















