«Φαντάσματα εξουσίας: Η επανεμφάνιση της πολιτικής μεταμέλειας»
Υπάρχει κάτι σχεδόν απολαυστικά μετα-τραυματικό στη στιγμή που η λέξη πατρίδα εκφέρεται από εκείνον που τη μετέτρεψε σε υλικό συμμαχίας με τον Καμμένο. Κάτι εγγενώς οργουελικό στη ρητορική επίκληση της δημοκρατίας από τον αρχιτέκτονα του 62% ΟΧΙ που έγινε 100% ΝΑΙ. Και κάτι απεγνωσμένα κενό στην επίκληση της δικαιοσύνης από τον ίδιο που συγκυβέρνησε με έναν υπουργό Εθνικής Άμυνας που μιλούσε για σαπούνια και κρεματόρια στη Βουλή, χωρίς ποτέ να τον αποπέμψει.
Όταν ο Αλέξης Τσίπρας δηλώνει, το 2025, πως «στην πατρίδα μας δοκιμάζονται σήμερα και η δημοκρατία και η δικαιοσύνη» και πως «η κυβέρνηση χτίζει μια κοινωνία των χασμάτων», δεν καταγγέλλει – ομολογεί. Δεν κατονομάζει – καθρεφτίζεται. Δεν επαναστατεί – επανέρχεται ως φάντασμα. Και μάλιστα, όχι οποιοδήποτε φάντασμα, αλλά εκείνο το φάντασμα του ανεκπλήρωτου, που επιστρέφει να ζητήσει πολιτική συγχώρεση με όρους ελέγχου της μνήμης. Όπως ακριβώς λειτουργεί η μεταδημοκρατική λήθη: μέσω επιτελικού rebranding, δημοσιογραφικής ομπρέλας και στρατηγικής νοσταλγίας.
Το πραγματικό νόημα της φράσης κοινωνία των χασμάτων είναι τούτο: πρόκειται για τον ποιητικό ελιγμό ενός πρώην πρωθυπουργού που περιγράφει τις ρωγμές του κόσμου του, όχι για να τις διορθώσει, αλλά για να τις κατοικήσει ξανά, με πιο ελαφρύ προσωπικό βάρος. Δεν επισημαίνει το πρόβλημα. Δεν υποδεικνύει ευθύνη παρά διαχειρίζεται αφήγημα. Η φράση αυτή δεν είναι παρά η απόπειρα επανεισόδου στον ιστορικό λόγο μέσω της ηθικής συμπύκνωσης. Ένα σχήμα μετάνοιας που όμως επιθυμεί να μείνει ανέγγιχτο από τις ευθύνες του.
Γιατί δεν μπορείς να ονοματίζεις τα χάσματα που εσύ ίδιος θεμελίωσες χωρίς πρώτα να διασχίσεις, χωρίς φωτογράφους και φιλικά ένθετα, το τοπίο των ερειπίων σου. Η κοινωνία των χασμάτων δεν είναι μεταμοντέρνος ποιητικός τίτλος. Είναι το προϊόν εκείνης της πρώτης διακυβέρνησης που έφερε τις πιο φτωχές γενιές της μεταπολίτευσης μπροστά σε διλήμματα νομισματικής ασφυξίας, θεσμικού κυνισμού και ιδεολογικής σύγχυσης. Όχι ως αποτέλεσμα εξωτερικής επιβολής, αλλά ως αποτέλεσμα ενδογενούς πολιτικού μηδενισμού.
Και είναι πράγματι ειρωνεία βαθέως τύπου, όταν το νέο αυτό αφήγημα διαχέεται πλέον –σε πλήρη συνέργεια– μέσα από την ανανεωμένη Εφημερίδα των Συντακτών, την ίδια δηλαδή εφημερίδα που, αφού αποδέχθηκε τη συνιδιοκτησία του επιχειρηματικού βραχίονα Μελισσανίδη, τώρα εμφανίζεται ως κεντρικός φορέας προώθησης του νέου κόμματος Τσίπρα. Δηλαδή του κόμματος εκείνου που δεν έχει ακόμη όνομα, ιδρυτικό συνέδριο ή πολιτικό πρόγραμμα, αλλά ήδη διαθέτει μηχανισμό μνήμης, σημειολογικό οπλοστάσιο και δικτυακή στήριξη με διαφημιστική πρόσοψη αντισυστημικότητας. Το πένθος της ιστορικής αριστεράς αντικαταστάθηκε από την τεχνητή συγκίνηση της επαναφοράς.
Μιλάμε, δηλαδή, για μια επιστροφή όχι στην πράξη, αλλά στο πλαίσιο της πράξης. Μια επιστροφή που μοιάζει με επιδερμική επανακατοίκηση μιας ρημαγμένης γλώσσας, την οποία ο ίδιος είχε εγκαταλείψει χωρίς αντίσταση. Ο Τσίπρας επιστρέφει όχι για να επανορθώσει αλλά για να απορρυθμίσει εκ νέου. Και το κάνει ενδύοντας τις ίδιες τις λέξεις που διέφθειρε: πατρίδα, δημοκρατία, δικαιοσύνη. Ομιλεί περί αξιών, όπως ο φερόμενος σωτήρας που παρατηρεί το σπίτι του να καίγεται, κρατώντας ακόμη στα χέρια του το μπιτόνι με τη βενζίνη.
Δεν πρόκειται για παρανόηση. Πρόκειται για τελετουργία επανεμφάνισης σε μια αγορά νοήματος όπου τα πάντα είναι προς πώληση, ακόμη και η ενοχή. Ή μάλλον: κυρίως η ενοχή. Η νέα εκδοχή Τσίπρα είναι η επιτομή του ηθικού arbitrage: μετατρέπει την ενοχή σε κεφάλαιο επιστροφής. Και το κάνει μέσα από τη σκηνογραφία της δημοκρατικής ευαισθησίας, με σκηνοθέτη τα επικοινωνιακά think tanks της ευρύτερης αντισυστημικής σοσιαλδημοκρατίας – εκείνης που ποτέ δεν αντιπροσώπευσε την κοινωνία, αλλά μόνο το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματός της.
Μα η κοινωνία δεν χρειάζεται πλέον αντιπροσώπους τύπου Τσίπρα. Γιατί ξέρει πως κάθε λέξη που εκφέρει είναι ένα υβρίδιο μεταμέλειας και στρατηγικής. Ένας πολιτικός καθρέφτης χωρίς κάτοπτρο, που επιστρέφει όχι για να ενωθεί με το τραύμα, αλλά για να το επενδύσει πολιτικά. Και το μόνο πραγματικό χάσμα που απομένει, είναι εκείνο μεταξύ της Ιστορίας και της Ιστορικής Συνείδησης.
Υ.Γ.
Η μνήμη δεν είναι σύμμαχος στρατηγικών επιστροφής. Είναι κριτήριο. Και η κοινωνία των χασμάτων δεν χρειάζεται νέες αφηγήσεις, χρειάζεται εκείνον που δεν θα τις αποπειραθεί καν.














