Η Εμπορευματοποίηση της Κριτικής και το Τέλος της Αλήθειας στο Διαδίκτυο

Newsroom

Η ψηφιακή εποχή, η οποία διακήρυξε τον θρίαμβο της διαφάνειας και της άμεσης πληροφόρησης, ανέδειξε τελικά έναν από τους πιο ύπουλους μηχανισμούς παραπλάνησης της δημόσιας κρίσης: την εμπορευματοποίηση της γνώμης. Οι πλατφόρμες αξιολόγησης, από το Google Reviews έως το TripAdvisor και το Facebook, έχουν μετατραπεί σε αόρατες αγορές υποκατάστατης εμπειρίας, όπου η κριτική —π άλλοτε πράξη κοινωνικής συμμετοχής και ευθύνης— καθίσταται προϊόν συναλλαγής, αριθμητικό παράσημο νομιμοποίησης και εργαλείο ψευδο-αξιοπιστίας. Το γεγονός ότι υπάρχουν πια γραφεία, οργανωμένα, με τιμοκαταλόγους, που πωλούν κριτικές θετικές ή αρνητικές κατά παραγγελία, αποτελεί όχι μια απλή παθογένεια του διαδικτύου, αλλά μια ριζική αλλοίωση της έννοιας του δημόσιου λόγου.

Η κριτική, που ιστορικά συγκροτούσε το σώμα της κοινωνικής εμπειρίας —από το καφενείο έως τη στήλη εφημερίδας—, αποκόπτεται σήμερα από τον φορέα της εμπειρίας. Δεν υπάρχει πλέον βεβαίωση ταυτότητας, ούτε πιστοποίηση σχέσης ανάμεσα στον κριτή και την υπηρεσία. Ο χρήστης, ή μάλλον το είδωλό του, δύναται να γράφει για ένα εστιατόριο που δεν επισκέφθηκε, για ένα μουσείο που δεν είδε, για έναν ξεναγό ή ένα ξενοδοχείο που δεν γνώρισε. Η «μαρτυρία» μετατρέπεται έτσι σε καθαρή κατασκευή, η γνώμη παύει να είναι γνώση, και γίνεται εκτελεστικό όργανο μιας φαινομενικής δημοκρατίας του διαδικτύου, που συγκροτείται πάνω σε ανώνυμες φωνές και ανεύθυνες κρίσεις. Το διαδίκτυο υπόσχεται συμμετοχή, αλλά τελικά παρέχει μονάχα προσομοίωση συμμετοχής —ένα είδος ηθικού θεάτρου χωρίς κοινό και χωρίς σκηνή, όπου όλοι μιλούν, μα κανείς δεν αναλαμβάνει το βάρος της αλήθειας.

Αυτή η ανευθυνότητα δεν είναι αθώα. Οι ψευδείς κριτικές, ιδίως όταν προέρχονται από εταιρείες με έδρα εκτός Ελλάδος, που λειτουργούν σχεδόν σε καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας, δεν διαμορφώνουν απλώς εντυπώσεις ωστόσο καθορίζουν οικονομικές μοίρες και αξιοπιστία. Μπορούν να ανεβάσουν ή να καταστρέψουν επιχειρήσεις, να αναβαθμίσουν προϊόντα που δεν αξίζουν ή να εξευτελίσουν υπηρεσίες που αδικούνται. Ένα αστέρι λιγότερο ή περισσότερο στο Google μπορεί να σημαίνει τζίρο, δουλειές, φήμη, αξιοπιστία —μπορεί να σημαίνει ύπαρξη. Η παραπληροφόρηση γίνεται έτσι νέα μορφή εξουσίας, μια ήπια αλλά διαβρωτική βία, η οποία, χωρίς να χρειάζεται επιβολή, επιτελείται μέσω του πλήθους των ανώνυμων χρηστών. Εδώ συναντάμε την πιο εξελιγμένη μορφή βίας της θετικότητας: όλοι αξιολογούν, κανείς δεν ευθύνεται, όλοι επιδοκιμάζουν ή αποδοκιμάζουν, χωρίς να εκτεθούν στο βλέμμα του άλλου.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο η τεχνική δυνατότητα παραποίησης, αλλά η πολιτισμική της αποδοχή. Η κοινωνία της ψηφιακής εμπιστοσύνης έχει εκπαιδευθεί να μην ελέγχει, αλλά να πιστεύει. Η ανασφάλεια του χρήστη —που αναζητά καθοδήγηση, επικύρωση, εγγύηση— τροφοδοτεί τη ζήτηση για πλαστές εμπειρίες. Ο κριτικός λόγος παύει να είναι περιγραφή, και γίνεται μέσο πειθούς: εργαλείο marketing, εκτελεστική διαφήμιση μεταμφιεσμένη σε «αυθεντική εμπειρία». Και μέσα σε αυτό το θολό οικοσύστημα, ο αλγόριθμος, η πιο άυλη μορφή εξουσίας, κανονικοποιεί την απάτη. Οι ψεύτικες κριτικές δεν είναι πια εξαίρεση —είναι κανόνας. Η πραγματικότητα έχει πια outsourced την αξιοπιστία της σε φαντάσματα του διαδικτύου.

Η ανυπαρξία θεσμικού πλαισίου επιτρέπει αυτή τη διαστροφή να λειτουργεί ανενόχλητα. Η Google, το Facebook, το TripAdvisor, επικαλούνται την «ελευθερία του χρήστη» και αποποιούνται κάθε ευθύνη ταυτοποίησης, εγκαινιάζοντας μια νέα μορφή ανομίας: την ανομία της ανωνυμίας. Το ελληνικό κράτος, όπως και τα περισσότερα ευρωπαϊκά, δεν έχει ακόμα αναπτύξει ένα σοβαρό σύστημα επαλήθευσης ταυτότητας ή ελέγχου πηγών των κριτικών, αφήνοντας χιλιάδες επιχειρήσεις, υπηρεσίες και επαγγελματίες έρμαια της ψηφιακής συκοφαντίας. Και η Δικαιοσύνη, εγκλωβισμένη ακόμη σε αναλογικές διαδικασίες, αδυνατεί να συλλάβει την επιτελεστικότητα αυτής της νέας παραπλάνησης, όπου το ψεύδος δεν εμφανίζεται ως παράβαση, αλλά ως δεδομένο.

Η αλλοίωση της κριτικής δεν αφορά μόνο την οικονομία. Είναι, πρωτίστως, πολιτικό και πολιτισμικό ζήτημα. Η απώλεια εμπιστοσύνης στον δημόσιο λόγο είναι η αρχή της απώλειας εμπιστοσύνης στην ίδια την αλήθεια. Όταν ο πολίτης δεν μπορεί να διακρίνει το αληθές από το ψευδές, το δίκαιο από το πλαστό, τότε η δημοκρατία χάνει το θεμέλιό της: τη δυνατότητα να μιλά μέσα σε κοινό κόσμο, να ανταλλάσσει εμπειρίες, να παράγει κοινή κρίση. Οι αγορασμένες κριτικές είναι, κατά βάθος, η αγορά του ίδιου του νοήματος· το τέλος της εμπειρικής μαρτυρίας και η απαρχή μιας αγοράς γνώμης, όπου η τιμή αντικαθιστά την αλήθεια.

Η ψηφιακή κριτική, έτσι όπως ασκείται σήμερα, έχει μετατραπεί σε μεταδημοκρατικό εργαλείο ελέγχου, μια σιωπηλή τεχνολογία επιρροής που αναπαράγει ψευδοπραγματικότητες και επιβάλλει κανονικότητες. Δεν είναι πια απλώς ζήτημα εξαπάτησης, αλλά ζήτημα εξουσίας. Διότι, πίσω από κάθε πεντάστερη εμπειρία που δεν υπήρξε ποτέ, πίσω από κάθε ανύπαρκτη δυσαρέσκεια, πίσω από κάθε σχόλιο που γράφεται από ένα γραφείο στο Νέο Δελχί ή τη Βαρσοβία, δεν κρύβεται μόνο μια απάτη. Κρύβεται η σταδιακή υποκατάσταση του πραγματικού από το ψηφιακά πιθανό.

Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι η φήμη ενός ξενοδοχείου ή μιας υπηρεσίας, αλλά η ίδια η δυνατότητα του ανθρώπου να πιστεύει σε κάτι που έζησε. Και όταν η εμπειρία χάνει το τεκμήριο της αλήθειας της, τότε το ψεύδος δεν χρειάζεται πια να κρύβεται αλλά φοράει πέντε αστέρια και χαμογελά.

spot_img
spot_img

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ