Η αιφνίδια παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού στο Σινά, μόλις λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση της ασθενείας του, δεν είναι ένα γεγονός τυχαίο ούτε μια πράξη ευλαβείας. Είναι μια προσεκτικά σκηνοθετημένη στιγμή διπλωματικής επιτέλεσης, στην οποία η γλώσσα του θρησκευτικού συμβολισμού χρησιμοποιείται ως προκάλυμμα γεωπολιτικής και οικονομικής σκοπιμότητας.
Το ταξίδι αυτό, ανακοινωμένο την τελευταία στιγμή, είναι η κορύφωση ενός σχεδίου που δεν αφορά τη λατρεία, αλλά την κυριότητα, δεν αφορά την πίστη, αλλά τη μεταβίβαση εξουσίας.
Η Μονή της Αγίας Αικατερίνης δεν είναι ένα απλό μνημείο. Είναι ένα θεσμικό θαύμα που επιβίωσε δεκαπέντε αιώνες χάρη σε ένα πλέγμα αυτονομίας και σιωπηλής διπλωματίας. Από τον Ιουστινιανό ως τους Οθωμανούς, από τα μαμελούκικα φιρμάνια έως τα διεθνή ψηφίσματα, το Σινά υπήρξε μια σπάνια περίπτωση πνευματικής κυριαρχίας που δεν υποτάχθηκε ποτέ σε κρατική διαχείριση. Κι όμως, αυτό ακριβώς επιχειρείται τώρα: η μετατροπή ενός μοναστικού θεσμού σε διοικητικό παράρτημα του αιγυπτιακού κράτους, με τη συναίνεση της Αθήνας.
Το σχέδιο είναι λεπτό, μεθοδικό και απολύτως σύγχρονο: μια «συμφωνία» παρουσιάζεται ως μέτρο διασφάλισης, ενώ στην ουσία υπονομεύει την αυτονομία της Μονής.
Το νομικό μοντέλο που επεξεργάζεται το Κάιρο επιτρέπει να διατηρηθεί η εξωτερική μορφή του σεβασμού, αφαιρώντας όμως την ουσία του κανονικού ελέγχου. Σύμφωνα με το αιγυπτιακό δίκαιο, μόνον ο ηγούμενος —και όχι η Αδελφότητα— αναγνωρίζεται ως νομικό πρόσωπο, λαμβάνοντας υπηκοότητα και εξουσία υπογραφής για κάθε πράξη που δεσμεύει τη Μονή. Οι υπόλοιποι μοναχοί παραμένουν φιλοξενούμενοι υπό προσωρινές άδειες παραμονής, δίχως δικαίωμα συνυπογραφής ή βέτο. Έτσι, η υπογραφή του ηγουμένου καθίσταται το κρίσιμο σημείο της μεταβίβασης: ένα κλειδί που, μόλις στραφεί, μπορεί να μετατρέψει 1.500 χρόνια πνευματικής αυτοδιάθεσης σε ένα διοικητικό παράρτημα του αιγυπτιακού υπουργείου αρχαιοτήτων.
Η εκλογή του νέου ηγουμένου έγινε σε ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής πίεσης και χρονολογικής σκοπιμότητας. Η ενθρόνισή του συμπίπτει όχι τυχαία με την προετοιμασία ενός προεδρικού διατάγματος που θα επαναπροσδιορίσει το καθεστώς της Μονής. Μόλις εκδοθεί, η ισορροπία θα έχει χαθεί: η υπογραφή του θα αρκεί για να νομιμοποιήσει μια συμφωνία που δεν εγκρίθηκε ποτέ από τη σύναξη των πατέρων. Η καθυστέρηση της έκδοσης, άλλωστε, λειτουργεί ως μηχανισμός πίεσης — η Αίγυπτος μπορεί να παρατείνει την προσωρινότητα έως ότου εξασφαλίσει τη «συναίνεση» που επιθυμεί.
Σε αυτή την κρίσιμη φάση, η στάση της Ελλάδας είναι τουλάχιστον ανησυχητική. Αντί να λειτουργήσει ως εγγυητής της κανονικής τάξης, εμφανίζεται ως διαμεσολαβητής μιας διαδικασίας που βαπτίζει την αποδυνάμωση σε «ισορροπία». Κυβερνητικοί κύκλοι φέρονται να μεταδίδουν προς διεθνείς εταίρους ότι «η διευθέτηση προχωρά», ότι «όλες οι πλευρές συμφωνούν». Την ίδια στιγμή, ούτε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ούτε η Εκκλησία της Ελλάδος έχουν κληθεί να τοποθετηθούν. Η ελληνική διπλωματία, απορροφημένη στην ατζέντα της ενεργειακής συνεργασίας με το Κάιρο, επιλέγει τη σιωπή ως εργαλείο συναίνεσης.
Το Σινά, από πνευματικό θεσμό, γίνεται διαπραγματευτικό χαρτί, εργαλείο ήπιας ισχύος σε ένα πλέγμα ενεργειακών συμφωνιών που συνδέουν τα δύο κράτη.
Η χρονική σύμπτωση με τα εγκαίνια του Μεγάλου Αιγυπτιακού Μουσείου και η ανάδειξη πρώην Αιγυπτίου υπουργού αρχαιοτήτων στη θέση του νέου επικεφαλής της UNESCO δεν αποτελούν λεπτομέρειες αλλά δείκτες στρατηγικής. Το Κάιρο προετοιμάζει μια διεθνή αφήγηση στην οποία η «προστασία» του Σινά εντάσσεται στο αφήγημα της «διατήρησης της παγκόσμιας κληρονομιάς». Η γλώσσα της UNESCO, απολύτως γραφειοκρατική, δεν μιλά για πνευματική κυριότητα ούτε για εκκλησιαστικό δικαίωμα, μιλά για συντήρηση, διαχείριση, βιωσιμότητα. Μια Μονή μπορεί έτσι να «διασωθεί» ως πολιτιστικό τεκμήριο και να χαθεί ως θεολογικό υποκείμενο. Είναι η νεωτερική μορφή της αφαίρεσης: να συντηρείς το κέλυφος ενώ απονεκρώνεις το πνεύμα.
Στο εσωτερικό της Μονής επικρατεί αγωνία. Οι πατέρες, απομονωμένοι, ενημερώνονται αποσπασματικά· γνωρίζουν ότι ο χρόνος λειτουργεί εναντίον τους και ότι μια βεβιασμένη υπογραφή μπορεί να καταστήσει την απώλεια μη αναστρέψιμη. Ορισμένοι μιλούν για λογοκριμένες εκδόσεις της συμφωνίας που κυκλοφορούν εσωτερικά· άλλοι για πιέσεις που φτάνουν με τη μορφή «παραινέσεων». Το δίλημμα είναι τρομακτικό: να υπογράψουν σημαίνει να παραδώσουν, να αρνηθούν σημαίνει να εκτεθούν σε αντίποινα.
Η ελληνική κοινωνία αγνοεί σχεδόν πλήρως το τι συντελείται. Τα μέσα ενημέρωσης, εντεταγμένα πλέον σε ένα πλέγμα κυβερνητικής ομοφωνίας, τηρούν επιδεικτική σιωπή. Ούτε ένα ρεπορτάζ, ούτε μία θεολογική φωνή. Το αφήγημα έχει ήδη γραφεί: ο πρωθυπουργός «επισκέπτεται το Σινά για την ενθρόνιση», «ενισχύει τις ελληνοαιγυπτιακές σχέσεις», «στηρίζει τον πολιτισμό».
Κανείς δεν λέει ότι ο ίδιος αυτός πολιτισμός, με το ένδυμα της συνεργασίας, αποψιλώνει την ίδια τη θεολογία του τόπου.
Το Σινά κινδυνεύει να μεταβληθεί σε πεδίο επιμελημένης συντήρησης, μια άψογη σκηνογραφία πνευματικότητας υπό κρατική εποπτεία.
Το πνεύμα όμως δεν συντηρείται. Ή είναι ελεύθερο ή παύει να υπάρχει.
Η Μονή της Αγίας Αικατερίνης υπήρξε επί δεκαπέντε αιώνες το απόλυτο παράδειγμα θεσμικής ελευθερίας χωρίς κράτος, μιας κοινότητας που έζησε στον οριακό χώρο ανάμεσα στη θεολογία και τη γεωπολιτική.
Αν τώρα απορροφηθεί από τη γλώσσα της «πολιτιστικής διαχείρισης», τότε χάνεται όχι απλώς ένα μνημείο, αλλά η τελευταία ζώσα μορφή μιας πίστης που επιβίωσε χωρίς εξουσία.
Και ίσως αυτό είναι το πιο σκοτεινό σημείο του σημερινού θεάματος: ότι ένας πρωθυπουργός που εμφανίζεται με το φωτοστέφανο της «προστασίας» λειτουργεί, εν αγνοία του ή εκ προθέσεως, ως ο επιτελεστής μιας βαθιάς αποιεροποίησης. Ο τόπος του Λόγου μετατρέπεται σε τόπο συμβολαίων. Το Σινά, που στάθηκε επί αιώνες σύνορο ανάμεσα στο ορατό και το άρρητο, γίνεται τώρα όριο ανάμεσα στο ιερό και το πολιτικά αξιοποιήσιμο. Η επίσκεψη, όσο ευγενής κι αν παρουσιάζεται, δεν είναι προσκύνημα αγαπητοί φίλοι και φίλες.
Είναι διαπραγμάτευση.
Και κάθε διαπραγμάτευση που αγγίζει το ιερό χωρίς να το κατανοεί, καταλήγει βεβήλωση.
Η Ελλάδα οφείλει να αρνηθεί αυτό το ρόλο του διευκολυντή, να υπερασπιστεί με θεσμική καθαρότητα το δικαίωμα του Σινά στην εσωτερική του ελευθερία. Διαφορετικά, τούτη η στιγμή θα καταγραφεί ως η στιγμή όπου, για λίγα ενεργειακά πρωτόκολλα και μια φωτογραφία «διπλωματικής ευσέβειας», η παλαιότερη εν ενεργεία μονή του χριστιανισμού παραδόθηκε αθόρυβα στον μηχανισμό του κράτους.
Και τότε η απώλεια δεν θα είναι μόνο της Εκκλησίας. Θα είναι της Ιστορίας ολόκληρης.




![Κυκλοφοριακό χάος απόψε στην οδό Σουηδίας –Μποτιλιάρισμα και αγανάκτηση πολιτών[εικόνες]](https://kefaloniafocus.com/wp-content/uploads/2025/10/IMG_8918-696x522.jpeg)









