Το ράλι στις τιμές του κρέατος, και δη του μοσχαρίσιου, μπορεί να ανατραπεί από μια συμφωνία ΕΕ και Mercosur, η οποία, ωστόσο, δεν έχει ολοκληρωθεί
Ακάθεκτο συνεχίστηκε το ράλι τιμών στο κρέας μέχρι και το κλείσιμο του 2025 ενώ τώρα ανοίγει ένα «παράθυρο» ευκαιρίας για ανακούφιση των καταναλωτών μέσω της συμφωνίας ΕΕ και Mercosur, καθώς η επιβάρυνση του γενικού πληθωρισμού από τη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων είναι ισχυρή και βαραίνει κατά πολύ στο «καλάθι του νοικοκυριού».
Οι τελευταίες μετρήσεις της ΕΛΣΤΑΤ παρουσίασαν νέα αύξηση στο μοσχάρι μέσα στον Δεκέμβριο καθώς και έντονη άνοδο στο κρέας συνολικά στην ετήσια σύγκριση την ώρα που η πιθανότητα για μια συμφωνία ΕΕ – Mercosur μπαίνει σε νέα φάση, με ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για να πέσουν οι υπογραφές και με επόμενα βήματα να απομένουν στις Βρυξέλλες.
Όμως, σε μια αγορά όπως η ελληνική, όπου η εγχώρια παραγωγή δεν καλύπτει τη ζήτηση, και όπου οι καταναλωτές ήρθαν αντιμέτωποι το τελευταίο διάστημα με πρωτόγνωρη ακρίβεια στο κρέας, αυτό που απασχολεί τους πολίτες είναι αν τελικά η συμφωνία με τη Mercosur μπορεί να φέρει πραγματικές αλλαγές στο κόστος της διατροφής τους.
Πόσο ακρίβυνε το κρέας και τι επίπτωση έχει στον γενικό δείκτη τιμών
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ την Δευτέρα (13.1.2026) για τον Δεκέμβριο 2025 σε ετήσια βάση το κρέας εμφάνισε αύξηση 13,1% έχοντας επίδραση 0,60 ποσοστιαίες μονάδες στον γενικό δείκτη και καθιστώντας την συγκεκριμένη κατηγορία έναν από τους παράγοντες που σπρώχνουν αισθητά τον πληθωρισμό προς τα πάνω.
Σε επίπεδο λιανικής πώλησης, ειδικά το μοσχαρίσιο κρέας, φτάνει ακόμα και τα 19 – 20 ευρώ το κιλό, λόγω πιέσεων στην αγορά από το κόστος και τη διαθεσιμότητα.
Επιπλέον, και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στο εβδομαδιαίο δελτίο της Κομισιόν για τις τιμές σφαγίων βοείου (εβδομάδα 29.12.2025 – 4.1.2026) η μέση τιμή στην ΕΕ αποτυπώνεται στα 724,49 ευρώ ανά 100 κιλά σφαγίου.
Τι μπορεί να σημαίνει μια συμφωνία με τη Mercosur για μια αγορά με χαμηλή αυτάρκεια
Η ευαισθησία της ελληνικής αγοράς στο βόειο ξεκινά από το γεγονός ότι η εγχώρια παραγωγική βάση έχει περιορισμένη δυναμικότητα και δεν μπορεί να απορροφήσει εύκολα και γρήγορα τις διεθνείς διακυμάνσεις.
Ενδεικτικά, όπως αναφέρεται στην επίσημη ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ για τις Έρευνες Ζωικού Κεφαλαίου έτους 2024, ο αριθμός των βοοειδών μειώθηκε κατά 6,8% το 2024 σε σχέση με το 2023 και διαμορφώθηκε σε 595.153 ζώα (από 638.822 το 2023). Η τάση αυτή, σε συνδυασμό με τη διαχρονικά υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές, σημαίνει ότι η τελική τιμή διαμορφώνεται από πολλά στάδια και είναι έκθετη σε πολλαπλούς παράγοντες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία ΕΕ – Mercosur αποκτά ειδικό βάρος, καθώς διευρύνει με ποσοστώσεις την πρόσβαση αγροτικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, με το βόειο να θεωρείται «ευαίσθητο».
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η πρόσθετη ποσότητα βοείου μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό σε χονδρικό επίπεδο και να περιορίσει μέρος της πίεσης στις τιμές, όταν η προσφορά είναι περιορισμένη.
Αλλά η μετακύλιση μιας τέτοιας εξέλιξης στο ράφι και σε χαμηλότερες τιμές, δεν είναι αυτόματη, καθώς οι τελικές τιμές καθορίζονται από μια σειρά από παράγοντες. Σύμφωνα με τους ίδιους παράγοντες, «παράθυρο» για εξομάλυνση τιμών υπάρχει, ωστόσο με όρια. Και αυτό για τρεις λόγους:
Πρώτον, το μέγεθος και οι όροι του ανοίγματος της Κομισιόν είναι περιορισμένοι. Η ίδια η Κομισιόν περιγράφει ότι το βόειο θα μπαίνει με ποσόστωση 99.000 τόνων και δασμό 7,5% (55% νωπό/ψυχόμενο, 45% κατεψυγμένο), ενώ εκτός ποσόστωσης οι υψηλοί δασμοί παραμένουν. Αναφέρει επίσης ότι ο όγκος αυτός αντιστοιχεί περίπου στο 1,5% της ευρωπαϊκής παραγωγής και είναι μικρότερος από τις υφιστάμενες εισαγωγές της ΕΕ από Mercosur (206.000 τόνους το 2024).
Δεύτερον, ακόμη κι αν πέσει το κόστος στη χονδρική, δεν σημαίνει πως η μείωση θα περάσει αυτόματα στο ράφι της λιανικής. Στην τελική τιμή επιδρούν μεταφορικά, κόστος συμμόρφωσης και ελέγχων ποιότητας, τεμαχισμός, ψύξη, απώλειες, περιθώρια κέρδους. Σε αυτή τη περίπτωση το πιθανότερο «καλό σενάριο» είναι να μπει ένα «φρένο» στο ανοδικό κύμα των τιμών ή να υπάρξουν μειώσεις σε συγκεκριμένα προϊόντα όπως κατεψυγμένο κρέας, κιμάς και παρασκευάσματα κλπ. και όχι οριζόντια σε όλες τις κοπές κρέατος.
Τρίτον, σημασία έχει και ο χρόνος. Η συμφωνία δεν είναι ολοκληρωμένη. Ακόμα και με πολιτική συμφωνία, για να λειτουργήσει χρειάζεται η συγκατάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και καθώς το άνοιγμα για το βόειο λειτουργεί με ποσόστωση και σε φάσεις, άρα δεν σημαίνει ότι η όποια επίδραση στις τιμές θα είναι άμεση.
Σε ποιο στάδιο βρίσκεται η συμφωνία και τι γίνεται αν καταρρεύσει
Στις 09.01.2026 το Συμβούλιο της ΕΕ ανακοίνωσε ότι ενέκρινε τα επόμενα βήματα για την υπογραφή δύο χωριστών συμφωνιών με τις χώρες της Mercosur. Η πρώτη είναι η Εμπορική Συμφωνία (iTA) και η δεύτερη η ευρύτερη Συμφωνία – Πλαίσιο Εταιρικής Σχέσης (EMPA).
Όπως αναφέρεται στην ίδια ανακοίνωση, για να μπορέσει να συναφθεί η εμπορική συμφωνία απαιτείται η συγκατάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στη συνέχεια η υιοθέτηση της τελικής απόφασης από το Συμβούλιο.
Στη διαδικασία στο Συμβούλιο της ΕΕ, αρνητική στάση με ψήφο «κατά» καταγράφηκε από τη Γαλλία, την Πολωνία, την Αυστρία, την Ουγγαρία και την Ιρλανδία, ενώ το Βέλγιο επέλεξε αποχή. Η Ελλάδα δεν ψήφισε «όχι» σε πρώτη φάση, παρότι στο εσωτερικό υπάρχει έντονη πίεση και αντιδράσεις από τον αγροτικό κόσμο, ενώ η Ρουμανία έχει παρουσιαστεί να στηρίζει τη συμφωνία ζητώντας, ωστόσο, πρόσθετες «δικλίδες» για τους παραγωγούς, με την πολιτική αντιπαράθεση να συνεχίζεται στο εσωτερικό της.
Σε ό,τι αφορά το διαδικαστικό κομμάτι, η εμπορική συμφωνία είναι μέρος της αποκλειστικής αρμοδιότητας της ΕΕ, άρα δεν απαιτείται κύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια για να τεθεί σε ισχύ. Αντίθετα, για τη συμφωνία εταιρικής σχέσης, η ανακοίνωση προβλέπει ότι απαιτείται επικύρωση από όλα τα κράτη-μέλησύμφωνα με τις αντίστοιχες εθνικές διαδικασίες.
Σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ, για να υπάρξει μειοψηφία αρνησικυρίας απαιτείται συμμαχία τουλάχιστον 4 κρατών-μελών που να εκπροσωπούν τουλάχιστον το 35% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, στο σκέλος της εταιρικής σχέσης, μια άρνηση κύρωσης σε εθνικό επίπεδο μπορεί να κρατήσει το συγκεκριμένο μέρος εκτός ισχύος, όσο δεν ολοκληρώνεται η διαδικασία από όλα τα κράτη-μέλη ή όσο δεν υπάρξει νέα θεσμική λύση.
Πρακτικά, εάν η συμφωνία καταρρεύσει πριν καλά – καλά τεθεί σε ισχύ (π.χ. αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν δώσει συγκατάθεση), τότε μένει ως έχει το σημερινό καθεστώς δασμών και ποσοστώσεων.
Πηγή:newsit.gr














