Μια φράση πολύ συχνά ακούμε να επαναλαμβάνεται με σχεδόν ηθικό στόμφο, σαν μικρή ομολογία καθαρότητας: ότι ερωτευόμαστε ανθρώπους και όχι σώματα. Και κάθε φορά που την ακούω, νιώθω μέσα μου μια μικρή αντίσταση, όχι γιατί δεν θα ήθελα να είναι αληθινή, αλλά γιατί η πραγματικότητα γύρω μας τη διαψεύδει σχεδόν αμέσως, με έναν τρόπο ωμό, αθόρυβο, καθημερινό.
Αν πράγματι ερωτευόμασταν μόνο ανθρώπους, τότε γιατί ο κόσμος μας είναι τόσο επίμονα δομημένος πάνω στο σώμα;
Γιατί η πρώτη ματιά έχει τέτοια βαρύτητα;
Γιατί η επιθυμία ξυπνά σχεδόν πάντοτε από την εικόνα;
Από την κίνηση; Από τη μορφή; Από το φως που πέφτει πάνω σε ένα πρόσωπο, σε έναν λαιμό, σε μια πλάτη;
Δεν είναι κατηγορία αυτό. Είναι μια απλή παρατήρηση. Μια διαπίστωση που διατρέχει τα πάντα, από την τέχνη μέχρι τις πιο ιδιωτικές μας σχέσεις.
Τα μουσεία είναι γεμάτα σώματα. Οι εικόνες, οι ζωγραφιές, τα γλυπτά, ακόμη και τα πιο πνευματικά τους νοήματα, ξεκινούν από τη μορφή. Η ανθρώπινη ιστορία έχει αποτυπωθεί πάνω στο σώμα: το δοξάζει, το τραυματίζει, το εκθέτει, το κρύβει, το ντύνει, το γυμνώνει, το παραμορφώνει, το ιδανικοποιεί.
Δεν υπάρχει πολιτισμός χωρίς το σώμα.
Δεν υπάρχει έρωτας χωρίς το σώμα.
Δεν υπάρχει καν η πιο υψηλή έννοια του προσώπου χωρίς το σώμα που το φέρει.
Και όμως, επιμένουμε να λέμε πως ερωτευόμαστε «την ψυχή». Ίσως γιατί θέλουμε να πιστεύουμε ότι η αγάπη μας είναι ανώτερη από την επιφάνεια. Ότι δεν είμαστε δέσμιοι της όψης. Ότι η επιθυμία μας δεν είναι τόσο γήινη όσο πραγματικά είναι. Αλλά αν σταθούμε λίγο ειλικρινείς, θα δούμε πως το σώμα δεν είναι κάτι δευτερεύον. Είναι η πρώτη γλώσσα της σχέσης. Η πρώτη συνάντηση. Η πρώτη σύγκρουση. Η πρώτη έλξη.
Αυτό δεν σημαίνει πως όλα τελειώνουν εκεί. Αλλά σχεδόν πάντα εκεί αρχίζουν.
Ζούμε σε μια εποχή που έχει επενδύσει τεράστια ποσά νοήματος πάνω στο σώμα. Η βιομηχανία της εικόνας, η διαρκής αυτοπαρουσίαση, η αγωνία για την εμφάνιση, η σύγκριση, η μέτρηση, η αξιολόγηση, όλα αυτά δεν είναι απλώς κοινωνικά φαινόμενα. Είναι ένας τρόπος να πούμε ότι το σώμα έχει γίνει το βασικό νόμισμα της αναγνώρισης.
Και αυτό αφορά όλους. Άντρες και γυναίκες. Νέους και μεγαλύτερους. Ακόμη και χώρους που υποτίθεται πως θα έπρεπε να έχουν ξεφύγει από αυτή τη λογική.
Δεν είναι δύσκολο να το δει κανείς. Το βλέμμα μαρτυρά πολλά. Πώς στέκεται πάνω σε έναν άνθρωπο. Πού ακουμπά. Πώς διαρκεί λίγο παραπάνω όταν συναντά μια μορφή που τον ελκύει. Και πώς αποσύρεται γρήγορα όταν δεν βρίσκει αυτό που ζητά. Αυτές οι μικρές κινήσεις είναι πιο ειλικρινείς από οποιαδήποτε δήλωση. Μιλούν για την αλήθεια της επιθυμίας με τρόπο που δεν χωρά σε λόγια.
Ακόμη και σε χώρους όπου θα περίμενε κανείς μια άλλη ματιά, μια πιο αποδεσμευμένη σχέση με την εμφάνιση, το σώμα δεν παύει να λειτουργεί ως κέντρο βαρύτητας. Δεν χρειάζεται να το καταγγείλει κανείς. Αρκεί να το παρατηρήσει. Να δει πώς η προσοχή στρέφεται προς το ωραίο, το συμμετρικό, το φωτεινό. Και πώς ο απλός άνθρωπος, ο κανονικός, ο κουρασμένος, περνά πιο αθόρυβα, σχεδόν αόρατα.
Αυτό δεν σημαίνει πως οι άνθρωποι είναι επιφανειακοί. Σημαίνει ότι η επιθυμία έχει μια δική της λογική. Μια λογική που δεν ακολουθεί πάντα τις ηθικές διακηρύξεις.
Και εδώ αρχίζει μια λεπτή, σχεδόν αθέατη σύγκρουση. Ανάμεσα σε αυτό που λέμε ότι πιστεύουμε και σε αυτό που πραγματικά μας κινεί.
Γιατί ο έρωτας, όσο κι αν θέλουμε να τον υψώσουμε σε καθαρή συνάντηση ψυχών, περνά μέσα από το σώμα. Από το άγγιγμα. Από τη μυρωδιά. Από τη φωνή. Από τη στάση. Από την παρουσία. Και μέσα από αυτή τη διαδρομή, σιγά σιγά, αντέχει ή δεν αντέχει να γίνει κάτι βαθύτερο.
Ίσως γι’ αυτό υπάρχει τόση αμηχανία γύρω από αυτό το θέμα. Γιατί φοβόμαστε μήπως αν παραδεχτούμε τη δύναμη του σώματος, υποβαθμίσουμε την αξία της ψυχής. Αλλά το σώμα δεν είναι αντίπαλος της ψυχής. Είναι ο τρόπος που η ψυχή γίνεται ορατή. Ο τρόπος που εμφανίζεται στον κόσμο. Ο τρόπος που ζητά να αγαπηθεί.
Η θεολογία της Εκκλησίας, αν τη διαβάσει κανείς προσεκτικά, δεν περιφρονεί το σώμα. Δεν το θεωρεί εμπόδιο. Αντιθέτως, μιλά για ενσάρκωση, για ανάσταση σώματος, για αγιασμό της ύλης. Όλα αυτά λένε κάτι πολύ βαθύ: ότι το σώμα δεν είναι το κατώτερο μέρος του ανθρώπου. Είναι το μέρος μέσα από το οποίο ο άνθρωπος γίνεται σχέση.
Και εδώ βρίσκεται το πιο δύσκολο σημείο. Ότι δεν ερωτευόμαστε μόνο το σώμα. Αλλά δεν ερωτευόμαστε και μόνο την ψυχή. Ερωτευόμαστε αυτό το αξεδιάλυτο σύνολο. Τη μορφή που φέρει μια ιστορία. Το βλέμμα που κουβαλά μια εμπειρία. Το πρόσωπο που έχει διαμορφωθεί μέσα από πληγές, χαρές, ήττες, προσμονές.
Ο άνθρωπος που λέει «εγώ βλέπω μόνο την ψυχή» ίσως θέλει να πει κάτι ευγενικό. Αλλά ο έρωτας δεν είναι ποτέ τόσο καθαρός. Είναι πάντοτε μια συνάντηση που ξεκινά από την επιφάνεια και, αν αντέξει, προχωρά στο βάθος. Και πολλές φορές δεν προχωρά. Μένει εκεί. Στην εικόνα. Στη μορφή. Στην εντύπωση.
Κι όμως, υπάρχουν στιγμές που αυτή η αρχική έλξη μεταμορφώνεται.
Που το σώμα παύει να είναι απλώς αντικείμενο επιθυμίας και γίνεται φορέας παρουσίας. Εκεί αρχίζει κάτι άλλο. Κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί εύκολα. Μια αφοσίωση που δεν στηρίζεται πια στην τελειότητα της μορφής. Μια τρυφερότητα που επιμένει ακόμη κι όταν το σώμα αλλάζει, φθείρεται, κουράζεται.
Εκεί λοιπόν αρχίζει να εμφανίζεται αυτό που ονομάζουμε ψυχή. Όχι ως κάτι ξεχωριστό από το σώμα. Αλλά ως το βάθος που αποκαλύπτεται μέσα από αυτό. Και τότε το βλέμμα αλλάζει. Δεν ψάχνει πια το τέλειο. Ψάχνει το οικείο.
Το γνώριμο.
Το δικό του.
Αλλά για να φτάσει κανείς εκεί, πρέπει πρώτα να περάσει από την αλήθεια. Από την παραδοχή ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου το σώμα έχει τεράστια δύναμη. Όπου η επιθυμία οργανώνεται γύρω από την εικόνα. Όπου όλοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, κοιτάμε, συγκρίνουμε, επιλέγουμε.
Και η πιο ειλικρινής στάση δεν είναι να το αρνηθούμε.
Αλλά να το αναγνωρίσουμε.
Να δούμε πόσο εύκολα παρασυρόμαστε από τη μορφή. Πόσο γρήγορα χτίζουμε επιθυμία πάνω σε μια όψη.
Και πόσο δύσκολα φτάνουμε πραγματικά στο πρόσωπο.
Γιατί το πρόσωπο δεν είναι απλώς το σώμα. Αλλά ούτε και κάτι που υπάρχει χωρίς αυτό. Είναι η παρουσία ενός ανθρώπου ολόκληρου. Και αυτή η παρουσία, αν αγαπηθεί, δεν σβήνει όταν το σώμα αλλάζει. Μεταμορφώνεται. Βαθαίνει. Επιμένει.
Αλλά αυτό είναι δύσκολο.
Πολύ δύσκολο. Και ίσως γι’ αυτό προτιμάμε τις εύκολες φράσεις. Να λέμε πως ερωτευόμαστε ψυχές. Ενώ μέσα μας ξέρουμε πως ο δρόμος προς την ψυχή περνά πάντα από το σώμα. Και πως η αληθινή δοκιμασία δεν είναι η πρώτη έλξη.
Είναι το αν θα μπορέσει ποτέ να γίνει κάτι περισσότερο από αυτήν.
Μάνος Λαμπράκης
















