Από το βράδυ της Τετάρτης είχε ήδη διαρρεύσει ότι την Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2026, ο Αντώνης Σαμαράς επρόκειτο να παρέμβει στην Ολομέλεια για τις συμφωνίες με τη Chevron. Το πρωί της ίδιας ημέρας, λίγο πριν από τη μία, ο Σαμαράς ανέβηκε στο βήμα της Βουλής, ενώ το iefimerida είχε ήδη προαναγγείλει από τις 13:24 ότι «σήμερα το απόγευμα» θα μεταδοθεί εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη. Λίγες ώρες αργότερα, στις 16:20, η συνέντευξη δημοσιεύθηκε με κεντρικό τίτλο την κρίση στο Ιράν, τα μέτρα στήριξης, και τη διάψευση σεναρίων πρόωρων εκλογών και ανασχηματισμού. Η χρονική αλληλουχία είναι πραγματική.
Το πολιτικό της νόημα, ασφαλώς, ερμηνεύεται.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος. Όχι τι είπε ο Σαμαράς. Αυτό, άλλωστε, μπορούσε να το προβλέψει κανείς ως προς τον τόνο και την κατεύθυνση. Το ενδιαφέρον είναι ότι το σύστημα Μητσοτάκη έσπευσε να προλάβει όχι το επιχείρημα, αλλά το συμβάν.
Να τοποθετήσει μέσα στην ημέρα ένα έτοιμο, απολύτως ελεγχόμενο προϊόν ξανά αυτοπαρουσίασης, ώστε όταν έρθει η κοινοβουλευτική αιχμή να υπάρχει ήδη αναρτημένη η μεγάλη κορνίζα του πρωθυπουργικού αφηγήματος: διεθνής σοβαρότητα, γεωπολιτική εγρήγορση, μέριμνα για την οικονομία, μέριμνα για την Κύπρο, άρνηση εκλογολογίας, άρνηση ανασχηματισμού, δηλαδή μια ακόμη παράσταση του γνωστού έργου «η χώρα κινδυνεύει, άρα η εξουσία δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί».
Το μήνυμα δεν ήταν τόσο «απαντώ στον Σαμαρά» όσο «τον υποδέχομαι επικοινωνιακά ήδη τακτοποιημένος».
Έτσι, αντί να σταθεί και να ακούσει την εσωτερική διαφωνία ως πολιτικό γεγονός, το πρωθυπουργικό επιτελείο προτίμησε την πιο γνώριμη τεχνική του: να την πνίξει μέσα στη ροή μιας κατασκευασμένης κανονικότητας. Σχεδόν σαν να μας έλεγε ότι δεν έχει σημασία τι ακριβώς λέγεται στη Βουλή, αρκεί να έχει ήδη κυκλοφορήσει το απαραίτητο οπτικοακουστικό ισοδύναμο της σταθερότητας. Πρώτα το teaser, μετά η αναμονή, ύστερα η θεσμική απάντηση από κυβερνητικά χείλη, και τέλος η κεντρική διαφήμιση του ίδιου του αρχηγού: ο πρωθυπουργός δεν κλονίζεται, δεν βιάζεται, δεν αλλάζει, δεν ακούει θόρυβο. Απλώς επαναλαμβάνει τον εαυτό του με ελαφρώς διαφορετικό φόντο κάθε φορά.
Δεν είναι ακριβώς πολιτική αυτοπεποίθηση αυτό.
Είναι η επικοινωνιακή μορφή μιας εξουσίας που έχει πεισθεί ότι η ανακύκλωση του ίδιου ύφους αρκεί για να παραχθεί εκ νέου νομιμοποίηση.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Σαμαράς λειτουργεί σχεδόν παράδοξα ως το ενοχλητικό εμπόδιο της πιο πατριωτικής δεξιάς πολιτικής γλώσσας λιγότερο πειθαρχημένης στην αισθητική του επικοινωνιακού management.
Γι’ αυτό και το πρόβλημα για τον Μητσοτάκη δεν είναι μόνο τι λέει ο Σαμαράς για την Κάσο, την Κύπρο ή τη Chevron.
Είναι ότι επιμένει να υπάρχει ως σοβαρή πολιτική δυσφωνία που δεν χωρά εύκολα στο πρωθυπουργικό μοντάζ. Και το ακόμα πιο ενοχλητικό είναι πως, όσο το Μαξίμου απαντά με την ψυχρή τεχνική της διαχείρισης, τόσο ο Σαμαράς εμφανίζεται, έστω και υπόγεια, ως εκείνος που επιμένει ότι μέσα στην πολιτική εξακολουθεί να υπάρχει κάτι που δεν είναι content, κάτι που δεν είναι τηλεσκηνοθεσία, κάτι που δεν χωρά σε τίτλο τύπου «όχι σε πρόωρες εκλογές, όχι σε ανασχηματισμό».
Με άλλα λόγια, η πιο αποκαλυπτική εικόνα της ημέρας δεν ήταν η σύγκρουση δύο προσώπων.
Είναι η αγωνία ενός συστήματος να μη χαθεί ούτε μία ώρα χωρίς αντιπερισπασμό, χωρίς πρωθυπουργική κορνίζα, χωρίς το καθησυχαστικό δελτίο ότι όλα συνεχίζονται ομαλά υπό τον γνώριμο διαχειριστή.
Και όμως, όσο πιο πολύ διαφημίζεται αυτή η ομαλότητα, τόσο περισσότερο μοιάζει με προϊόν που χρειάζεται συνεχώς νέα καμπάνια για να πουληθεί. Αυτό είναι το αληθινά γελοίο: η πολυδιαφημισμένη «μια από τα ίδια» συνέντευξη δεν ήρθε να δείξει δύναμη, αλλά ανάγκη.
Την ανάγκη να προηγηθεί η εικόνα της πραγματικότητας.
Την ανάγκη να προηγηθεί η προβολή της πολιτικής.
Την ανάγκη, τελικά, να καλυφθεί η αμηχανία μιας εξουσίας που ξέρει ότι η πιο επικίνδυνη αντιπολίτευση δεν είναι πάντα απέναντι, καμιά φορά κάθεται στα ίδια έδρανα, κουβαλά την ίδια πολιτική μήτρα, έχει περάσει από την ίδια θέση θεσμικού ρόλου και μιλά ακριβώς τη στιγμή που η σκηνοθεσία θα προτιμούσε σιωπή.
Μάνος Λαμπράκης
















