Δεν είναι απλώς προκλητική αυτή η διαφήμιση στο «Ελευθέριος Βενιζέλος».
Είναι αποκαλυπτική.
Αποκαλυπτική μιας ολόκληρης εποχής εθνικής, κοινωνικής και ηθικής εκπτώσεως, όπου η Ελλάδα δεν παρουσιάζεται ούτε ως πατρίδα, ούτε ως κοινωνία, ούτε ως τόπος ιστορικής συνέχειας και λαϊκής ζωής, αλλά ως φθηνό οικόπεδο προς διάθεση, ως εξευτελισμένο real estate φυλλάδιο για ξένους επενδυτές, ως εμπόρευμα σε τιμή ευκαιρίας.
«Μην επιστρέψετε σπίτι χωρίς σπίτι στην Ελλάδα», λέει η διαφήμιση. Και πράγματι, ποια Ελλάδα εννοεί;
Ποιο σπίτι; Ποια κατοικία;
Ποιο δικαίωμα στην κατοίκηση; Σε ποια ακριβώς χώρα απευθύνεται αυτό το σύνθημα; Στην χώρα των ενοικίων που έχουν γίνει μηχανή εκδίωξης ολόκληρων γενεών;
Στην χώρα όπου νέοι άνθρωποι δουλεύουν και δεν μπορούν ούτε να αποσπαστούν από το παιδικό τους δωμάτιο, ούτε να χτίσουν οικογένεια, ούτε να πληρώσουν θέρμανση, ούτε να σηκώσουν το βάρος μιας στοιχειώδους αξιοπρεπούς ζωής;
Στην χώρα όπου ολοένα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού μετρούν το σούπερ μάρκετ με τρόμο και το τέλος του μήνα με ταπείνωση;

Τι ακριβώς καλούνται να αγοράσουν αυτοί οι «επενδυτές»;
Ακίνητα; Ή τα απομεινάρια μιας κοινωνίας που εξαναγκάζεται να εκχωρεί το έδαφός της επειδή δεν μπορεί πια να το κατοικήσει;
Η χυδαιότητα της υπόθεσης δεν εξαντλείται στο διαφημιστικό ύφος. Βρίσκεται στον ίδιο τον ιδεολογικό πυρήνα του μηνύματος. Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται εδώ ως κοινός βίος, αλλά ως ευκαιρία αρπαγής.
Ως αγορά υπό εκκαθάριση.
Ως χώρα σε μόνιμη κατάσταση υποτίμησης, έτοιμη να προσφερθεί σε όποιον διαθέτει 90.000 ευρώ και την απαιτούμενη γεωπολιτική αυτοπεποίθηση για να αντιμετωπίζει ολόκληρες πόλεις σαν επενδυτικό πακέτο.
Δεν διαφημίζεται απλώς η αγορά ενός διαμερίσματος στην Αθήνα.
Διαφημίζεται η ίδια η δυνατότητα να μετατραπεί η ελληνική κρίση σε ξένο ιδιωτικό όφελος.
Να γίνει η κοινωνική φτωχοποίηση πρώτη ύλη κερδοφορίας.
Να γίνει η στεγαστική ασφυξία των Ελλήνων πεδίο αποδόσεως για τρίτους.
Να γίνει η εξάντληση ενός λαού υπόσχεση απόδοσης για χαρτοφυλάκια.
Εδώ δεν έχουμε απλώς ξένες εταιρείες που αναζητούν κέρδος. Έχουμε μια ελληνική κυβέρνηση που έχει μετατρέψει τη χώρα σε ζώνη χαμηλής αντίστασης. Σε επικράτεια πρόθυμη να παραδοθεί σε κάθε επιθετική μορφή τουριστικοποίησης, χρηματιστηριοποίησης και εκποίησης της κατοικίας. Το κράτος όχι μόνο δεν προστατεύει το δικαίωμα του πληθυσμού να μείνει στον τόπο του, αλλά λειτουργεί σαν μεσίτης μιας εθνικής απομείωσης, σαν γραφείο διευκόλυνσης της μεταβίβασης πόλεων, γειτονιών, παραλιών και ιστορικών κέντρων σε όσους έρχονται όχι να ζήσουν μαζί μας, αλλά να αποσπάσουν από τη χώρα ό,τι ακόμη μπορεί να αποφέρει κέρδος. Και αυτό βαφτίζεται «ανάπτυξη». Βαφτίζεται «εξωστρέφεια». Βαφτίζεται «επενδυτική εμπιστοσύνη». Ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια βίαιη ανακατανομή του χώρου σε βάρος εκείνων που ζουν, εργάζονται, γερνούν και θάβουν τους νεκρούς τους εδώ.
Ας σταματήσουμε επιτέλους να μιλάμε αφηρημένα.
Ποια ακίνητα να αγοράσουν; Αυτά που δεν μπορεί να νοικιάσει ο δάσκαλος, η νοσηλεύτρια, ο χαμηλοσυνταξιούχος, ο νέος εργαζόμενος, το νέο ζευγάρι; Αυτά που λείπουν από την αγορά επειδή μετατράπηκαν σε βραχυχρόνιες μισθώσεις, σε επενδυτικά κουτιά, σε χρυσές βίζες, σε αριθμούς excel; Ποιον κόσμο αγοράζουν τελικά; Τους τοίχους ή την κοινωνική εξάντληση που κρύβεται πίσω από τους τοίχους; Τα διαμερίσματα ή την αδυναμία ενός λαού να υπερασπιστεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή η κατοικία δεν είναι χρηματιστηριακή κατηγορία αλλά όρος πολιτισμού, συνέχειας και αξιοπρέπειας;
Και πώς ακριβώς φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται φυσιολογικό να διαφημίζεται στην πύλη εισόδου της χώρας η απόκτηση ελληνικής κατοικίας από εύπορους αλλοδαπούς, την ώρα που οι ίδιοι οι πολίτες της χώρας αδυνατούν να πληρώσουν ρεύμα, τρόφιμα, ενοίκιο και στοιχειώδη έξοδα επιβίωσης; Αυτή η αντίθεση δεν είναι απλώς ταξική. Είναι σχεδόν μεταφυσική μέσα στην προσβολή της.
Ιδίως δε όταν τέτοια σχήματα δεν περιορίζονται σε μεμονωμένες αγορές, αλλά συνδέονται με ευρύτερα σχέδια εγκατάστασης, διαχείρισης, μετασχηματισμού ολόκληρων περιοχών, με ημι-κλειστές κοινοτικές αναπτύξεις, με οικιστικά μοντέλα που υπονοούν μια ιδιωτική ανασύνταξη του χώρου σύμφωνα με ανάγκες ξένων πληθυσμών και όχι του τόπου που τους υποδέχεται, τότε η συζήτηση παύει να είναι τεχνοκρατική.
Δεν είναι πια θέμα «επενδυτικού ενδιαφέροντος». Είναι θέμα κυριαρχίας, κοινωνικής συνοχής και ιστορικής αυτοσυνείδησης. Ένας τόπος δεν χάνεται μόνο όταν καταλαμβάνεται στρατιωτικά. Χάνεται και όταν παραχωρείται κομμάτι-κομμάτι, όταν εκμισθώνεται η φυσιογνωμία του, όταν αλλοιώνεται η χρήση του, όταν οι κάτοικοί του παύουν να μπορούν να κατοικούν σε αυτόν και καλούνται απλώς να εξυπηρετούν εκείνους που έρχονται να τον αξιοποιήσουν.
Η πιο ανυπόφορη διάσταση είναι η εξοικείωση. Το γεγονός ότι όλα αυτά αρχίζουν να μοιάζουν φυσικά. Μια διαφήμιση πάνω από τα κεφάλια μας, σε ξένη γλώσσα, που καλεί αγοραστές να πάρουν «σπίτι στην Ελλάδα», ενώ οι Έλληνες περνούν από κάτω σαν να πρόκειται για ουδέτερο εμπορικό μήνυμα.
Αυτή η σκηνή από μόνη της είναι η σύνοψη μιας εποχής.
Ενός λαού που έχει διδαχθεί να μη διαμαρτύρεται για την αποστέρηση, να μην αντιδρά στην εκποίηση, να μην εξεγείρεται απέναντι στην προσβολή, αλλά να τη συνηθίζει. Να τη φωτογραφίζει ίσως.
Να τη σχολιάζει για λίγο.
Και κατόπιν να επιστρέφει στη ρουτίνα της αδυναμίας του.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη επιτυχία του σημερινού καθεστώτος: όχι μόνο ότι φτωχοποίησε τη χώρα, αλλά ότι επιχείρησε να μετατρέψει και τη φτωχοποίηση σε θέαμα χωρίς συνέπειες, σε εικόνα που περνά και χάνεται.
Όχι, λοιπόν, δεν πρόκειται για κάποια αθώα διαφήμιση ακινήτων. Πρόκειται για μία μικρή, λαμπερή, κυνική επιγραφή επάνω στο σώμα μιας μεγάλης ήττας.
Της ήττας ενός κράτους που δεν υπερασπίζεται τον πληθυσμό του.
Της ήττας μιας κοινωνίας που βλέπει τα σπίτια της να μετατρέπονται σε προϊόντα για άλλους.
Της ήττας ενός πολιτικού συστήματος που πανηγυρίζει για την είσοδο κεφαλαίων, ενώ δεν έχει τίποτε να πει για τους ανθρώπους που εκτοπίζονται από το ίδιο τους το έδαφος.
Και τελικά της ήττας μιας χώρας που κινδυνεύει να πάψει να είναι πατρίδα και να καταντήσει πλατφόρμα.
Δεν είναι ότι «η Ελλάδα γίνεται αποικία» ως σύνθημα εύκολο και αυτάρεσκο, αλλά κάτι ίσως βαρύτερο: ότι η Ελλάδα εκπαιδεύεται να αποδέχεται τον εαυτό της ως διαθέσιμο αντικείμενο. Να ξεχνά ότι η γη, η κατοικία, η πόλη, η γειτονιά, δεν είναι απλώς περιουσιακά στοιχεία, αλλά υλικά της συλλογικής υπάρξεως. Και όταν ένας λαός παύει να υπερασπίζεται τα υλικά της υπάρξεώς του, τότε δεν χάνει μόνο ιδιοκτησία. Χάνει μορφή, χάνει ιστορικό βάρος, χάνει δικαίωμα να ονομάζει δικό του τον τόπο όπου ακόμη στέκεται. Μέχρι τότε, θα περνά κάτω από τις διαφημίσεις των άλλων σαν απλός θεατής του ίδιου του εκφυλισμού του.
















