Ο σημερινός λόγος του Οικουμενικού Πατριάρχη στην Βουλή των Ελλήνων δεν ήρθε να μετακινήσει, αλλά να στερεώσει και να επαναφέρει, μέσα στον χώρο της πολιτικής, την εικόνα ενός θεσμού που αξιώνει ακόμη να ομιλεί για τον άνθρωπο, την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, τη δημιουργία.
Και όμως, ακριβώς αυτή η πληρότητα των θεμάτων, αυτή η καθολικότητα του βλέμματος, αποκαλύπτει το πρώτο του κενό: έναν λόγο που θέλει να περιλάβει τα πάντα, χωρίς να διακινδυνεύσει τίποτε. Η καθολικότητα λειτουργεί ως κάλυμμα, όμως η ένταση του περιεχομένου εξουδετερώνεται από την ασφάλεια της διατύπωσης. Και μέσα στη Βουλή, εκεί όπου η λέξη «άνθρωπος» έχει ακούσει τόσες φορές τον εαυτό της να χρησιμοποιείται ως τεχνική ευγένειας, ο λόγος αυτός κινδύνευσε να γίνει όχι σάλπισμα, αλλά επίσημη επιβεβαίωση ότι ακόμη μπορούμε να μιλάμε υψηλά, όταν δεν είμαστε υποχρεωμένοι να πράξουμε ανάλογα.
Γιατί ο άνθρωπος, που προβάλλεται ως κέντρο και μέτρο, παραμένει εν τέλει αφηρημένος. Δεν έχει σώμα, δεν έχει τόπο, δεν έχει ιστορία που να αιμορραγεί εντός του λόγου. Δεν κατονομάζεται ο πρόσφυγας, δεν βαραίνει ο νεκρός του πολέμου, δεν διαπερνά την αίθουσα η σιωπηλή παρουσία εκείνου που αποκλείεται από την οικονομία, από την πόλη, από την ίδια την ορατότητα. Ο λόγος υπερασπίζεται το «πρόσωπο», αλλά αποφεύγει να σταθεί ενώπιον των προσώπων. Και έτσι η έννοια, όσο υψηλή και αν είναι, κινδυνεύει να μεταβληθεί σε ευγενή αποφυγή: σε μια μορφή σεβασμού που δεν συγκρούεται με τίποτε συγκεκριμένο.
Όλοι μπορούν να χειροκροτήσουν το πρόσωπο, όταν το πρόσωπο δεν έχει όνομα, δεν έχει πληγή, δεν έχει φάκελο, δεν έχει δίκη, δεν έχει τάφο, δεν έχει σύνορο, δεν έχει φτώχεια, δεν έχει την αδιανόητη υλικότητα εκείνου που, αν εμφανιστεί πραγματικά, θα διαλύσει την τελετή.
Εδώ ακριβώς αναδύεται η αμηχανία: η Εκκλησία θέλει να μιλήσει για τον κόσμο χωρίς να αναγνωρίσει πλήρως ότι, όταν μιλά για δικαιοσύνη, ειρήνη, οικονομία, περιβάλλον, εισέρχεται ήδη στο πεδίο της πολιτικής. Ονομάζει τον λόγο της «μαρτυρία», σαν να πρόκειται για κάτι υπεράνω των συγκρούσεων, ενώ στην πραγματικότητα κινείται εντός τους. Και όμως, αυτή η είσοδος είναι προσεκτική, σχεδόν αόρατη, με έναν τρόπο που δεν τραυματίζει τις ισορροπίες. Δεν είναι η πολιτική της ρήξης, αλλά η πολιτική της ευπρέπειας.
Μια παρέμβαση που δεν θέλει να χάσει τη δυνατότητα να απευθύνεται σε όλους, και γι’ αυτό αποφεύγει να ενοχλήσει βαθιά οποιονδήποτε. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι η Εκκλησία πολιτικοποιείται. Μακάρι να πολιτικοποιείτο με την έννοια της παρρησίας, της κρίσεως, της αλήθειας απέναντι στην ισχύ. Το πρόβλημα είναι ότι πολιτικοποιείται με τον τρόπο της θεσμικής κομψότητας: με τρόπο που επιτρέπει στους ισχυρούς να αισθάνονται και ευσεβείς και αθώοι.
Γι’ αυτό και ο λόγος αυτός δεν προσομοιάζει με τον πατερικό λόγο, όσο κι αν αντλεί από το κύρος του. Δεν έχει την παρρησία που κατονομάζει, ούτε την ασκητική αυστηρότητα που εκθέτει. Ένας λόγος πραγματικά πατερικός δεν θα αρκείτο σε διακηρύξεις περί αξιοπρέπειας και ειρήνης.
Θα έδειχνε εκείνους που την καταπατούν, θα ανέσυρε την αδικία από την αφάνεια και θα την έφερνε ενώπιον όλων. Ο άγιος Χρυσόστομος δεν θα έλεγε απλώς ότι ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή ή βιολογική οντότητα.
Θα ρωτούσε ποιος τον μετέτρεψε σε μηχανή, ποιος τον έκανε αριθμό, ποιος τον έβγαλε από το τραπέζι, ποιος προσεύχεται με καθαρά χέρια ενώ τα χέρια του συστήματος παραμένουν βυθισμένα στην αδικία. Δεν θα μιλούσε μόνο για την ενότητα, αλλά θα αποκάλυπτε τις δομές που τη διαρρηγνύουν. Δεν θα προσέφερε στην εξουσία ένα υψηλό απόγευμα αυτοσεβασμού… θα της αφαιρούσε την άνεση να ακούει τον Θεό χωρίς να αισθάνεται ότι κρίνεται.
Το πιο βαθύ, ωστόσο, κενό του λόγου βρίσκεται στη σχέση του με την ειρήνη. Η ειρήνη προβάλλεται ως αξία, ως ζητούμενο, ως διαρκής αγώνας αλλά δεν καθίσταται σκάνδαλο μέσα σε έναν κόσμο που έχει ήδη συμφιλιωθεί με τον πόλεμο ως κανονικότητα. Δεν κατονομάζονται επαρκώς οι μηχανισμοί που την αναιρούν, ούτε εκείνοι που την επικαλούνται ενώ την υπονομεύουν. Και έτσι η ειρήνη κινδυνεύει να παραμείνει μια υψηλή ιδέα, αντί να γίνει εκείνη η ρωγμή που θα διέκοπτε πραγματικά τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος οργανώνει τη βία του.
Είναι άλλο πράγμα να πεις ότι η ειρήνη δεν είναι αυτονόητη και άλλο να δείξεις ποιοι την έκαναν μη αυτονόητη, ποιοι την εμπορεύονται, ποιοι την επικαλούνται σε επετειακές στιγμές και την αποσύρουν όταν αρχίζει η διανομή της ισχύος. Η Εκκλησία, όταν μιλά περί ειρήνης χωρίς να γίνεται δυσάρεστη στους αρχιτέκτονες της βίας, κινδυνεύει να μεταβάλει την ειρήνη σε ευσεβή μουσική υπόκρουση του κόσμου.
Και βεβαίως υπάρχει και η οικολογία, το μεγάλο πατριαρχικό σήμα, η «πράσινη» θεολογική υπογραφή ενός θεσμού που πράγματι ανέδειξε νωρίς το ζήτημα της δημιουργίας. Όμως και εδώ η αμηχανία παραμένει: η δημιουργία δεν καταστρέφεται από αφηρημένες ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά από συγκεκριμένα μοντέλα κέρδους, από οικονομίες εξάντλησης, από πολιτικές που μετατρέπουν τον κόσμο σε απόθεμα προς κατανάλωση.
Όταν μιλάς για το περιβάλλον μέσα σε αίθουσες εξουσίας, δεν αρκεί να υμνείς τον οίκο της ζωής, πρέπει να δείχνεις και τους διαχειριστές της λεηλασίας του. Διαφορετικά, η οικολογία γίνεται το πιο ανώδυνο ηθικό πεδίο: όλοι αγαπούν τη φύση, ιδίως όταν η αγάπη αυτή δεν κοστίζει τίποτε στα σχέδια ανάπτυξης, στις εξορύξεις, στις αγορές, στις κυβερνητικές φωτογραφίες και στις μεγάλες λέξεις που ξέρουν να πρασινίζουν τα πάντα, ακόμη και την πιο γυμνή ιδιοτέλεια.
Και όμως, ακριβώς εδώ βρίσκεται και η σημασία του λόγου. Όχι επειδή κατορθώνει να υπερβεί αυτά τα κενά, αλλά επειδή τα αποκαλύπτει. Είναι ένας λόγος που δείχνει την επιθυμία του θεσμικού χριστιανισμού να παραμείνει παρών, να μιλήσει παγκοσμίως, να συγκροτήσει ένα ηθικό πλαίσιο σε έναν κόσμο απορρυθμισμένο. Αλλά είναι ταυτόχρονα και ένας λόγος που φανερώνει τα όρια αυτής της επιθυμίας: την αδυναμία να μετατραπεί από λόγο κύρους σε λόγο αναγκαίο.
Να μην αρκεστεί στο να θυμίζει τι είναι η ειρήνη, αλλά να εκθέσει γιατί δεν υπάρχει.
Να μην περιγράφει τον άνθρωπο ως αξία, αλλά να σταθεί ενώπιον της απώλειάς του.
Να μη χρησιμοποιεί τους Πατέρες ως ένδυμα αυθεντίας, αλλά να αντέξει την πατερική τους επικινδυνότητα.
Η «πατερικότητα» δεν είναι ύφος, δεν είναι αρχαΐζουσα σύνταξη, δεν είναι επισημότητα, δεν είναι ρητορική καταγωγής. Είναι κίνδυνος.
Είναι η στιγμή κατά την οποία ο λόγος της Εκκλησίας παύει να καλλωπίζει την αίθουσα και αρχίζει να την απογυμνώνει. Είναι η φωνή που δεν επιτρέπει στην εξουσία να βγει από την τελετή καλύτερη απ’ όσο μπήκε.
Αυτό, λοιπόν, λείπει: όχι η θεολογία ως περιεχόμενο, αλλά η θεολογία ως κρίση. Όχι ο Θεός ως υψηλή αναφορά, αλλά ο Θεός ως ενοχλητική παρουσία. Όχι ο άνθρωπος ως έννοια που ενώνει, αλλά ο άνθρωπος ως πληγή που διχάζει την ψεύτικη ομοφωνία. Και γι’ αυτό ο λόγος αυτός είχε λόγο ύπαρξης, αλλά κυρίως ως καθρέφτης μιας μεγάλης αμηχανίας: ότι η Εκκλησία θυμάται ακόμη να μιλά για τον κόσμο, αλλά δυσκολεύεται να τον τραυματίσει με την αλήθεια της.

















