Σε συνέντευξη τύπου στην Αθήνα, η Ryanair ανακοίνωσε επισήμως το κλείσιμο της βάσης της στη Θεσσαλονίκη, και τον περιορισμό της πτητικής της δραστηριότητας όχι μόνο στο αεροδρόμιο “Μακεδονία” αλλά και στο αεροδρόμιο της Αθηνάς στο οποίο διατηρεί βάση με δυο αεροσκάφη. Επίσης ανακοίνωσε πως τη χειμερινή περίοδο διακόπτει την δραστηριότητα της σε Χανιά και Ηράκλειο.
Το μειωμένο πρόγραμμα της Ryanair για τον χειμερινή περίοδο στην Ελλάδα περιλαμβάνει:
-Απομάκρυνση 3 αεροσκαφών από τη βάση της Θεσσαλονίκης
-Μείωση 700.000 θέσεων (-45% σε σχέση με τον χειμώνα 2025)
-Κατάργηση των παρακάτω 12 δρομολογίων:
Από Θεσσαλονίκη προς Βερολίνο, Χανιά, Φρανκφούρτη-Χαν, Γκέτεμποργκ, Ηράκλειο, Νίντερραϊν, Πόζναν, Στοκχόλμη, Βενετία-Τρεβίζο, Ζάγκρεμπ. από Αθήνα προς Μιλάνο-Μπέργκαμο, καθώς και από Χανιά προς Πάφο.
-Διακοπή της δραστηριότητας της σε Χανιά και Ηράκλειο
Όπως ανέφερε ο εμπορικός διευθυντής της Ryanair, ο Jason McGuinness:
«Η Ryanair λυπάται που ανακοινώνει το κλείσιμο της βάσης της στη Θεσσαλονίκη και τις μειώσεις στην Αθήνα για τον χειμώνα του 2026, γεγονός που θα οδηγήσει σε απώλεια 700.000 θέσεων και 12 δρομολογίων σε όλη την Ελλάδα, καθώς και στην αναστολή λειτουργίας στα Χανιά και το Ηράκλειο κατά τη χαμηλή τουριστική περίοδο. Αυτό είναι το άμεσο αποτέλεσμα της αποτυχίας των αεροδρομίων, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη όπου το μονοπώλιο της Fraport Greece έχει αυξήσει τις χρεώσεις κατά +66% από το 2019».
«Η απομάκρυνση 3 αεροσκαφών, 500.000 θέσεων (-60% σε σχέση με τον χειμώνα του 2025) και 10 δρομολογίων από τη Θεσσαλονίκη για τον χειμώνα του 2026, θα είναι καταστροφική για την πόλη και την περιοχή, καθώς η Ryanair παρείχε το 90% της διεθνούς χωρητικότητας χαμηλού κόστους της Θεσσαλονίκης τον περασμένο χειμώνα. Δυστυχώς, πλέον δεν θα υπάρχουν χαμηλοί ναύλοι για τους πολίτες και τους επισκέπτες της Θεσσαλονίκης, ενώ θα πληγεί και ο τουρισμός όλο τον χρόνο. Τα αεροσκάφη αυτά θα μεταφερθούν στην Αλβανία, στην περιφερειακή Ιταλία και στη Σουηδία, όπου τα αεροδρόμια μετέφεραν στους επιβάτες τις φορολογικές μειώσεις της κυβέρνησης — γεγονός που θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη συνδεσιμότητα, τουρισμό και θέσεις εργασίας στις περιοχές αυτές κατά τον χειμώνα.»
Σύμφωνα με την εταιρεία, η ελληνική κυβέρνηση έλαβε τη σωστή απόφαση να μειώσει κατά 75% το Τέλος Ανάπτυξης Αεροδρομίων (σπατόσημο) — από 12 ευρώ σε 3 ευρώ ανά επιβάτη — από τον Νοέμβριο του 2024, κάτι που θα έπρεπε να ενισχύσει άμεσα τη συνδεσιμότητα και τον τουρισμό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους στην Ελλάδα.
Ωστόσο, τα ελληνικά αεροδρόμια, ιδιαίτερα εκείνα που διαχειρίζεται η Fraport Greece, αρνήθηκαν να μετακυλίσουν αυτή τη μείωση στους επιβάτες και αντίθετα κράτησαν το όφελος για τον εαυτό τους. Από τότε, η Fraport Greece συνέχισε να αυξάνει τις χρεώσεις της, οι οποίες πλέον είναι πάνω από 66% υψηλότερες σε σχέση με τα προ Covid επίπεδα. Αντίστοιχα, το Αεροδρόμιο Αθηνών θα αυξήσει επίσης τις χρεώσεις του αυτόν τον χειμώνα.
Ως αποτέλεσμα, τα ελληνικά αεροδρόμια δεν είναι πλέον ανταγωνιστικά κατά τη χειμερινή και ενδιάμεση τουριστική περίοδο, όταν η εξάρτηση της τουριστικής βιομηχανίας από τις αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους είναι μεγαλύτερη. Η Ryanair δηλώνει ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να μεταφέρει τη χωρητικότητά της σε πιο ανταγωνιστικές χώρες, όπως η Αλβανία, η περιφερειακή Ιταλία και η Σουηδία, όπου τα αεροδρόμια μετέφεραν τις φορολογικές μειώσεις της κυβέρνησης στους επιβάτες.
Η Ryanair παρουσίασε επίσης ένα φιλόδοξο σχέδιο ανάπτυξης προς την ελληνική κυβέρνηση, με στόχο την αύξηση της επιβατικής κίνησης στα 12 εκατ. επιβάτες ετησίως (+70%), την προσθήκη 10 επιπλέον αεροσκαφών (επένδυση άνω του 1 δισ. δολαρίων) και την έναρξη 50 νέων δρομολογίων μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.
Ωστόσο, σύμφωνα με την εταιρεία, το σχέδιο αυτό μπορεί να υλοποιηθεί μόνο εάν παγώσουν οι χρεώσεις των αεροδρομίων και εάν η μείωση κατά 75% του ADF μετακυλιστεί στους επιβάτες σε όλα τα αεροδρόμια.
Διαφορετικά, η Ελλάδα θα συνεχίσει να χάνει επενδυτικές ευκαιρίες, τουρισμό και ανάπτυξη επιβατικής κίνησης, όσο η Fraport Greece και το Αεροδρόμιο Αθηνών συνεχίζουν — όπως αναφέρει η Ryanair — την «ντροπιαστική πρακτική» της παρακράτησης της φορολογικής αυτής μείωσης.


















