Μερικές παιδικές αναμνήσεις δεν σβήνουν με το πέρασμα των χρόνων. Αντίθετα, μένουν χαραγμένες βαθιά μέσα μας, όχι μόνο για όσα ζήσαμε, αλλά κυρίως για τα μαθήματα ζωής που μας άφησαν. Ο Μάκης Νεόφυτος, με αφορμή μια παλιά φωτογραφία της Παγώνας, μιας τσιγγάνας που περνούσε από τα χωριά της περιοχής, ξετυλίγει ένα συγκινητικό περιστατικό από τα παιδικά του χρόνια στα Σαρλάτα.
Μια ιστορία που μιλά για τον φόβο, την προκατάληψη, τη φτώχεια, αλλά πάνω απ’ όλα για την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη. Ένα μάθημα σεβασμού προς τον συνάνθρωπο, που του δίδαξε η μητέρα του και το οποίο εξακολουθεί να τον συνοδεύει μέχρι σήμερα.
«Ντροπή σου… Είναι ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη…» – Το μάθημα ζωής της μάνας μου για την Παγώνα
Σήμερα βρήκα μια φωτογραφία της Παγώνας και αυτόματα η μνήμη μου γύρισε πίσω, πολλά χρόνια πριν.
Θα πρέπει να ήμουνα εφτά, οχτώ χρονών στα Σαρλάτα, στο πατρικό μας, στην πίσω αυλή μας κάτω από την περγουλιά.
Εκείνα τα χρόνια, περνούσαν συχνά από το χωριό τσιγγάνες από διάφορα μέρη. Οι παλιές, οι μεγάλες γυναίκες και η νόνα μου και η μάνα μου, μας έλεγαν να προσέχουμε. «Μην μπουν οι μάϊσσες στο σπίτι», λέγανε. Τις έλεγαν «μάϊσσες», ίσως γιατί σε πλησίαζαν με το πρόσχημα να σου πουν τη μοίρα σου, να σε πλανέψουν, κι ύστερα, αν έβρισκαν ευκαιρία, σου έκλεβαν ό,τι προλάβαιναν, ακόμα και τη μπουγάδα από τα σύρματα στην αυλή.
Όπως ήταν φυσικό, εγώ τις φοβόμουν.
Υπήρχε όμως και μια τσιγγάνα διαφορετική, η Παγώνα. Η οικογένειά της ζούσε στην περιοχή για χρόνια, πότε σε σκηνές, πότε σε σπηλιές, και γύριζαν τα γύρω χωριά. Την Παγώνα την εκτιμούσαν οι περισσότεροι, γιατί δεν είχε πειράξει ποτέ κανέναν και δεν είχε απλώσει ποτέ χέρι να κλέψει. Ερχόταν πολύ συχνά στο σπίτι μας.
Η μάνα μου, παρόλο που δεν μας περίσσευαν χρήματα, τη βοηθούσε πάντα από το υστέρημά μας. Της έκοβε λίγο ψωμί, της έβαζε λίγο φαγητό να πάρει μαζί της, γιατί είχε πολλά παιδιά και τα περισσότερα ήταν άρρωστα. Η Παγώνα έφερνε μαζί της ένα γυάλινο μπουκάλι, πλαστικά μπουκάλια δεν είχαμε τότε, κι η μάνα μου της έβαζε λάδι. Της μάζευε ακόμα και τα παλιά ρούχα, ό,τι δεν χρειαζόμασταν, δεν πέταγε τίποτα.
Εγώ ήμουν παιδί που είχε μάθει να φοβάται τις «μάϊσσες». Δεν ήξερα ποια ήταν η Παγώνα, ούτε καταλάβαινα τη σχέση της με το χωριό ή με τη μάνα μου. Για μένα, ήταν απλώς άλλη μια από τις «μάϊσσες» που έπρεπε να φοβάμαι.
Μια μέρα, τη βλέπω μέσα στην αυλή μας. Μέσα στο μυαλό μου, εκείνη η ψηλόλιγνη γυναίκα με τα χρωματιστά ρούχα και το μαντήλι στο κεφάλι ήταν η κακιά μάγισσα των παραμυθιών. Όταν η Παγώνα πήρε τα πράγματα που της έδωσε η μάνα μου, την ευχαρίστησε και γύρισε την πλάτη να φύγει. Τότε εγώ, με όλη την παιδική μου αφέλεια και σκληρότητα σήκωσα το χέρι μου πίσω από την πλάτη της και τη φασκέλωσα. Το έκανα με δύναμη.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τι ακολούθησε. Η μάνα μου με είδε. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου τόσο νευριασμένη, τόσο στεναχωρημένη..
Άρχισε να μου φωνάζει με μια φωνή που έτρεμε από θυμό και απογοήτευση.
«Τι έκανες εκεί; Ντροπή σου! Πώς φέρθηκες έτσι; Είναι μια φτωχή γυναίκα πονεμένη, έχει ανάγκη! Έρχεται εδώ για βοήθεια κι εσύ τη φασκέλωσες; Ντροπή σου! Να μην το ξανακάνεις ποτέ αυτό!»
Προσπάθησα, τρομαγμένος, να δικαιολογηθώ, να της πω ότι είναι μάϊσσα. Αλλά εκείνη με έκοψε αμέσως.
«Όχι! Είναι ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη. Γι’ αυτό έρχεται. Αν δεν είχε ανάγκη, δεν θα ερχόταν σε εμάς. Να μάθεις να τη σέβεσαι!»
Η μάνα μου είχε στεναχωρηθεί πολύ από τη συμπεριφορά μου εκείνη τη μέρα.
Τότε ήμουν επτά χρονών. Σήμερα, στα εξήντα τρία, κάθε φορά που φέρνω αυτή τη σκηνή στο μυαλό μου, ντρέπομαι ακόμα για εκείνη μου την κίνηση. Αισθάνομαι πραγματικά άσχημα. Ακόμα και τώρα, αν κλείσω τα μάτια, μπορώ να ακούσω τη φωνή της μάνας μου στην αυλή, να μου δίνει εκείνο το μάθημα: «Ντροπή σου… Είναι ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη…να μάθεις να τη σέβεσαι»




















