«Το Ταξίδι της Ζωής»: Το συγκινητικό παραμύθι του Ηλία Τουμασάτου που άγγιξε τις καρδιές μικρών και μεγάλων στην εκδήλωση Kallitechnia Gymnastics Kefalonia

Newsroom

Το ταξίδι της ζωής

Ηλίας Τουμασάτος, 

Παράσταση συλλόγου «Καλλιτεχνία», Κυριακή 5 Ιουλίου 2026, Καλλιθέα Λακήθρας

Στο αμάξι είναι κιόλας φορτωμένες οι βαλίτσες. Κι εσύ είσαι στο παιδικό σου δωμάτιο και ρίχνεις μια τελευταία ματιά, μαζεύεις τα τελευταία απολύτως απαραίτητα. «Έλα, πρέπει να φύγουμε», ακούς από μέσα, αλλά κατά βάθος όλοι ξέρουμε ότι κανείς δεν θέλει να την πει αυτή τη φράση, και κανείς δεν θέλει να την ακούσει. Ακόμα κι εσύ, που ονειρευόσουν αυτή τη στιγμή, τη στιγμή που ξεκινάει το ταξίδι, ίσως δεν μπορούσες να φανταστείς πόσο παράξενη θα ήταν. Γιατί έχεις μέσα σου δυο φωνές, μια που σε τραβάει από το χέρι και σου λέει «Πάμε, έλα», κι άλλη μία που σου ψιθυρίζει «ένα λεπτό ακόμη», όπως κάθε πρωί, όταν χτυπούσε το ξυπνητήρι για το σχολείο.

Μα αυτό τον Σεπτέμβρη δεν έχει σχολείο. Κι εσύ έχεις μια καινούρια τσάντα, ένα σακίδιο για να βάζεις τα βιβλία της σχολής σου. Όχι, δεν θα ζυγίζει τόσα κιλά όσα η σχολική σου τσάντα, αυτή που πάντα γκρίνιαζες όταν την κουβαλούσες στην πλάτη σου. Κοίτα την, αυτή θα μείνει πίσω, κρεμασμένη στο δωμάτιό σου. Τώρα δεν θα σκέφτεσαι αν ξέχασες κανένα βιβλίο ή τετράδιο, κανένας καθηγητής δεν θα σου φωνάξει επειδή άργησες, επειδή ξέχασες, επειδή δεν διάβασες… τώρα έχεις άλλα πράγματα να βάζεις με το νου σου. Να κλείνεις καλά το σπίτι, να μην αφήνεις τίποτα στην πρίζα, να μην ξεχάσεις τα κλειδιά σου και κλειστείς έξω, να φροντίζεις για το φαγητό σου, να είναι τα ρούχα σου καθαρά. Να μην ξεμείνεις από λεφτά. Να μη χάσεις τη συγκοινωνία, να δεις σε ποια αίθουσα έχεις μάθημα, πότε ξεκινάει το εργαστήριο, να βρεις τα καινούρια σου στέκια, να κάνεις καινούριες παρέες. Όλα καινούρια. Όπως κι η πόλη που θα πας. Όπως και το ταξίδι. Αυτό που ξεκινάει.

Μετρούσες τις μέρες. Για να γίνεις δεκαοχτώ, για να τελειώσουν οι εξετάσεις, για να βγούνε οι βαθμοί, για να μάθεις πού περνάς. Κι όσο βιαζόσουν εσύ, τόσο ατέλειωτος φαινόταν εκείνος ο χρόνος, και δες τον τώρα, που κύλησε σαν νερό! Και μέσα σου φτερουγίζει ένα σμήνος από πεταλούδες και πιάνεις τον εαυτό σου να φτιάχνει με νευρικότητα μια χάρτινη βαρκούλα με το εισιτήριό σου. Πρόσεχε, μην το σκίσεις! Μ’ αυτή τη βαρκούλα θα αρχίσει το ταξίδι.

Πίσω στο παιδικό σου δωμάτιο, τα πόστερ και τα παιχνίδια σου κοιτάζονται μεταξύ τους σιωπηλά. Βιβλία, δώρα, γκατζετάκια που σε συντρόφευαν όλο τον καιρό, τί να πρωτοπάρεις μαζί σου, τί να χωρέσει σε κείνη τη βαλίτσα; Νιώθεις ότι κάθε γωνιά θα σου λείψει, μα για κάθε εκατοστό αυτής της γωνιάς, ένα καινούριο εκατοστό από ένα άλλο δωμάτιο θα είναι το καινούριο σου, το δικό σου σπίτι. Κι ό,τι έμεινε πίσω, εδώ θα είναι, να σε περιμένει, σε γιορτές, αργίες και διακοπές, όταν αποφασίζεις κι εσύ να έρχεσαι. Το ταξίδι έχει και μικρές επιστροφές, πέρα από τις καινούριες πορείες. Που θα σου θυμίζουν από πού ξεκίνησες, αλλά και θα σε τσιμπολογάνε με νάζι για να συνεχίσεις αυτό που ξεκίνησες.

Εσύ δεν το θυμάσαι, είναι αδύνατο να το θυμηθείς πως το ταξίδι της ζωής σου ξεκίνησε με δυο χέρια που σε τράβηξαν με δύναμη προς ένα τεράστιο φως. Μακάρι να μπορούσαν οι άνθρωποι να θυμούνται εκείνη την αρχή – έτσι δεν θα φοβούνταν ποτέ ο,τιδήποτε άγνωστο. Εκείνες οι πρώτες στιγμές της ζωής είναι και το μεγαλύτερο μυστήριό της.

Μακάρι να μπορούσες να θυμηθείς τα μεγάλα σου μάτια που διερευνητικά προσπαθούν να καταλάβουν τον άγνωστο καινούριο κόσμο. Τις ασύνειδες κινήσεις σου που προσπαθούν να «ταξιδέψουν» στον μικρό σου χώρο, τα χέρια σου που προσπαθούν να «πιάσουν» το καθετί. Την αίσθηση από όλους εκείνους τους ανθρώπους, τα πράγματα, τις υφές, που σε ακουμπούν. Το βλέμμα σου που μαθαίνει να κοιτάζει σιγά σιγά πέρα από τα γιγάντια πρόσωπα των ανθρώπων που σε κρατούν στην αγκαλιά τους, τα αυτιά σου που γνωρίζουν καινούριους, όμορφους μα και τρομακτικούς ήχους, τη μύτη σου που ανακαλύπτει καινούριες μυρωδιές, το στόμα σου που ανακαλύπτει τη γεύση των πραγμάτων. Από την πρώτη σου στιγμή πάνω σε τούτο τον κόσμο ταξιδεύεις, έστω και πάνω στο παιδικό σου κρεβατάκι. Από την πρώτη στιγμή νιώθεις τις εικόνες, τους ήχους, τις γεύσεις, τα αρώματα, το άγγιγμα του κόσμου να ταξιδεύουν προς το μέρος σου. Κι όλα αυτά, χωρίς καλά καλά να κουνηθείς από το παιδικό σου κρεβατάκι.

Μα έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνεις πως το ταξίδι της ζωής χρειάζεται τον δικό σου λόγο και τα δικά σου βήματα. Που αρχίζεις να μιλάς και να ανοίγεις γέφυρες με τον κόσμο γύρω σου. Να κατακτάς τη γλώσσα, και μαζί της όλα αυτά που περιγράφει. Και να περπατάς, να μπορείς να καθορίζεις με τις δικές σου δυνάμεις την πορεία προς… το δωμάτιό σου, να πέφτεις, να σηκώνεσαι, μα τώρα πια, να ταξιδεύεις μόνος σου στο μικρό σου σύμπαν, σ’ αυτό το δωμάτιο που τώρα κλείνεις την πόρτα πίσω σου.

Μα δεν κλείνεις στ’ αλήθεια την πόρτα. Την ανοίγεις για να φύγεις, όπως την πρώτη φορά που βγήκες έξω από το μικρό, προστατευμένο σου κουκούλι, και ένα καινούριο ταξίδι ξεκίνησε. Και είδες, άκουσες, μύρισες, άγγιξες, γεύτηκες, ονόμασες, περπάτησες καινούριους κόσμους. Την κουζίνα. Την αυλή. Το δρόμο. Το ιατρείο. Τη μικρή ή τη μεγαλύτερη πόλη. Σε πηγαίνουν άλλοι, μα εσύ ταξιδεύεις.

Μα και στο μικρό σου δωμάτιο, όταν τέλειωνε η περιπλάνηση εκεί έξω, είχες άλλα ταξίδια. Τα παραμύθια σου, τις ταινίες σου, τις ιστορίες που έφτιαχνες με τα παιχνίδια σου, τα όνειρά σου τα βράδια που καμιά φορά δεν ήξερες αν όντως ήταν όνειρα ή αν τα είχες ζήσει. Στον ύπνο σου πετούσες, πήγαινες σε τόπους που κανείς δεν ξέρει αν υπήρξαν ποτέ αλλά εσύ τους έζησες, τους δημιούργησες, παρέα με τους δικούς σου ήρωες, τους φανταστικούς και τους πραγματικούς.

Γιατί μέσα στα μικρά σου ταξίδια γνώρισες κι άλλα παιδιά που ήταν σαν κι εσένα. Κάποιο πρωί σε πήγαν για πρώτη μέρα στο σχολείο – ήταν το πρώτο σου ταξίδι σ’ ένα μέρος που υπήρχαν κι άλλα παιδάκια, που κι αυτά για κάποιο λόγο τα είχαν αφήσει εκεί, σ’ ένα μέρος που για κάποιο λόγο επίσης δεν υπήρχαν μαμάδες και μπαμπάδες, μόνο δασκάλες και δάσκαλοι. Που για πρώτη φορά έπρεπε να ακούς όχι τη μαμά και το μπαμπά αλλά την κυρία. Μα ποια είναι αυτή η κυρία και γιατί έπρεπε να την ακούς; Και την ίδια ώρα που το σκεφτόσουν αυτό, τα μεγάλα σου περίεργα μάτια ταξίδευαν στους τοίχους και στις γωνίες του σχολείου, στις κολλημένες αφίσες και τα χρωματιστά χαρτιά, στα έπιπλα που όλα ήταν ταιριαστά στο μέγεθός σου και είχαν πράγματα που ήθελες, λαχταρούσες να χρησιμοποιήσεις. Χαρτιά, χρωματιστά μολύβια, ψαλιδάκια, κόλλες, πλαστελίνες. Κι εκεί μέσα, οι κυρίες σε πήγαιναν κάθε μέρα, κάθε ώρα, ένα καινούριο ταξίδι, χωρίς να βγεις ούτε μια στιγμή από το σχολείο. Εκείνες έδειχναν τον δρόμο, κι εσύ ξεκινούσες, να χορεύεις, να τραγουδάς, να κινείσαι, να κατασκευάζεις. 

Και κάποια στιγμή κατάλαβες, μεγαλώνοντας, πως για σένα το ταξίδι ήταν πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι ήταν για την κυρία. Γιατί εσύ, με τη φαντασία σου, αυτό το μοναδικό μαγικό ραβδί που έχουν όλα τα παιδιά, μέσα από τα παιχνίδια σου ταξίδευες στ’ αλήθεια, ενώ η κυρία μπορούσε μόνο να σε καμαρώνει να ταξιδεύεις. Στο κάθε σου ταξίδι άλλαζες χώρα, άλλαζες όνομα, και το ίδιο άλλαζαν και τα παιδιά που μάθατε σιγά σιγά να παίζετε, δηλαδή να ταξιδεύετε μαζί. Γιατί φαντάζομαι ότι τώρα που μεγάλωσες δεν χρειάζεται να σου πω εγώ το μεγάλο μυστικό: Ότι το παιχνίδι είναι το πιο συναρπαστικό ταξίδι. Που γίνεται όλο και πιο συναρπαστικό όταν παίζεις με παρέα.

Κι έτσι, αυτή η παρέα που σιγά σιγά καθώς μεγάλωνες αποκτούσες έκανε τα ταξίδια σου πιο χρωματιστά, πιο περιπετειώδη, πιο αληθινά, γιατί τα ζούσατε μαζί, στις πρώτες σας βόλτες, στα πρώτα σας παιδικά πάρτυ, στα πρώτα σας μπάνια – στις πολλές ώρες των καλοκαιρινών διακοπών που περνούσατε μαζί, αλλά και στα σχολικά διαλείμματα του χειμώνα, τα μικρά ταξίδια που σας έκαναν να αντέχετε τα άλλα, υποχρεωτικά ταξίδια, εκείνα τα άλλοτε μουντά κι άλλοτε πιο φωτεινά σχολικά μαθήματα.

Κι εκεί που νόμιζες πως έμαθες να ταξιδεύεις, πως γνώρισες την παρέα των συντρόφων σου, πως είσαι πια ένας άξιος καπετάνιος ή έστω ένας ικανός ναύτης που μπορεί να ταξιδεύει και να ονειρεύεται απεριόριστα μέσα από τα παιχνίδια του και μέσα από τα όνειρά του, να ‘σου εκείνη η άβολη φάση που τα αλλάζει όλα. Και πρώτα απ’ όλα, αλλάζει το ίδιο σου το σώμα. Η εφηβεία. Εκεί νιώθεις πως μεγαλώνεις απότομα, πως δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, πως ανακαλύπτεις πράγματα, επιθυμίες, συναισθήματα που δεν είχες συναντήσει στο παρελθόν. Εκεί όλα έχουν μεγαλύτερη δύναμη, μεγαλύτερη ένταση, εκεί αρχίζει ένα ακόμα μεγάλο ταξίδι, εκείνο προς το να ανακαλύψεις, να αγαπήσεις και να πλάσεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Δύσκολο ταξίδι, όλα φαίνονται να κυλούν γρήγορα, κι εσύ πρέπει να πάρεις τόσες αποφάσεις, να περάσεις από δοκιμασίες, από εξετάσεις, όχι μόνο μέσα στο σχολείο, αλλά και μέσα στην παρέα, μέσα στην οικογένεια, ό,τι κι αν κάνεις νιώθεις πως οι άλλοι το κρίνουν, ό,τι κι αν κάνεις νιώθεις καμιά φορά πως δεν είναι αρκετό, μα εσύ εξακολουθείς και επιμένεις, και ονειρεύεσαι, και προσπαθείς να βάλεις στόχους, κι αναρωτιέσαι αν τα φτερά σου μπορούν να κρατήσουν σ’ αυτή την καταιγίδα, σ’ αυτήν την Οδύσσεια, που λέγεται εφηβεία. Και τσακώνεσαι, και θυμώνεις, και γελάς, και κλαις, και αγαπάς πολύ. Γιατί η εφηβεία στην πραγματικότητα είναι ένα ταξίδι στη χώρα του πολύ, με φτερά που μόλις έχουν μάθει να πετάνε.

Μια και μιλάμε για φτερά, μέσα στη βαλίτσα σου ήθελα να βάλω τα φτερά σου, μα δεν χωράνε. Ήθελα να βάλω τα όνειρά σου, μα δεν χωράνε. Ήθελα να βάλω όλη την αγάπη που σου έχω, μα ούτε κι αυτή δεν χωράει. Ξέρω πως δεν θες να κρατάς αποσκευές στα χέρια σου. Μα τα φτερά σου, τώρα που ξεκινάς, φόρεσέ τα. Τα όνειρά σου, κράτησέ τα μέσα στο μυαλό σου, και άφησέ τα να σε οδηγούν μπροστά. Και την αγάπη μου, κράτησέ τη στην καρδιά σου. 

Και να πάλι που κοιτάζω, εκεί έξω, τις βαλίτσες για το ταξίδι της ζωής σου και δεν πιστεύω ότι πέρασε κιόλας όλος αυτός ο καιρός, και τώρα φεύγεις, και μ’ έχει πιάσει ένας φόβος ότι δεν πρόλαβα να σου πω όσα ήθελα να σου πω, ότι δεν σου έδωσα όλες εκείνες τις συμβουλές που ήθελα να σου δώσω. Ξέρω πως όλα είναι έτοιμα, ξέρω πως όλα ξεκινάνε τώρα, και ξέρω πως θα εγώ θα μείνω πίσω κι ότι θα μου λείψεις, θα μου λείψεις πολύ, μα δεν θέλω να το καταλάβεις, δεν θέλω να νιώθεις το βάρος ότι θα μου λείψεις, γιατί σ’ αυτό το ταξίδι αξίζει να κοιτάζεις μόνο μπροστά με τα μάτια του μυαλού σου – πίσω αξίζει να κοιτάς με τα μάτια της ψυχής σου. Για να θυμάσαι ότι ήταν ωραίο το ταξίδι ως εδώ. Κι ας γκρίνιαζες όταν σου κρατούσα το χέρι, κι ας γκρίνιαζα όταν έκανες αταξίες, τώρα πια το χέρι μου θα είναι μακριά για να σε κρατήσει, και το βλέμμα μου πάλι θα είναι μακριά για να δει τις καινούριες «αταξίες» σου, κι η φωνή μου θα είναι πολύ μακριά για να την ακούσεις.Μα έχω δυο πράγματα ακόμα να σου δώσω. Ένα είναι η ευχή μου – που δεν ξέρω τί δύναμη έχει. Κι άλλο ένα είναι η εμπιστοσύνη μου. Σε είδα να μεγαλώνεις, να ωριμάζεις, να αλλάζεις, τώρα πια είναι καιρός να σου χαρίσω το πολύτιμο φυλαχτό της εμπιστοσύνης.

Ξέρω ότι πρέπει να φύγεις. Αρχίζει το ταξίδι, μα, περίμενε μισό λεπτό ακόμα, έχω κάτι ακόμα να σου δώσω. Είναι ελαφρύ και μικρό, χωράει στο τσεπάκι από το σακίδιό σου. Ένα τετράδιο. Απ’ έξω έχει τυπωμένο τ’ όνομά σου. Και μέσα είναι λευκό.

Γιατί στις σελίδες του. εσύ θα γράψεις μέσα τη δική σου ιστορία. Εσύ. Μόνο εσύ.

Εσύ, με όσα πήρες και κράτησες από το μέχρι τώρα ταξίδι

Εσύ, με όσα ονειρεύεσαι για τα ταξίδια που θα έρθουν.

Εσύ, με τα παραδείγματα, τις αξίες, τα συναισθήματα που παίρνεις στο σακίδιο της ψυχής σου.

Εσύ, με τις προσδοκίες, τους στόχους, τον ορίζοντα που κοιτάς. Κι είναι απέραντος αυτός ο ορίζοντας. Και μόνο εσύ, με το δικό σου, μοναδικό βλέμμα, με τη δική σου, μοναδική σκέψη, με τη δική σου, μοναδική ψυχή, το ξέρω, θα γεμίσεις τις σελίδες αυτού του τετραδίου. 

Γιατί αυτό το παραμύθι που ξεκινά είναι το πιο αληθινό παραμύθι. Η πιο αληθινή ιστορία. Τα μολύβια σου είναι ξυσμένα, οι λέξεις ήδη κατηφορίζουν από την ψυχή σου προς την επιφάνεια του χαρτιού.

Συμβαίνει τώρα. Αρχίζεις να γράφεις τη δική σου ιστορία.

Που θα τη λένε «Το ταξίδι της ζωής».

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ