Γράφει ο Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός
Ηλίας Θεοφιλάτος του Χρήστου και της Τερψιχόρης, γεννήθηκε στις 18-5-1932 στα Γριζάτα. Η καταγωγή της πατρικής του οικογένειας ήταν από τα Δαμουλιανάτα Παλικής.
Από μικρός εξεδήλωσε το μουσικό του ενδιαφέρον, έχοντας ως προνόμιο το καλό του αυτί και την προσεκτικότητα της μάθησης.
Γύρω στα έξη του χρόνια, βρέθηκε με τον πατέρα του, σε ένα πανηγύρι, και εντυπωσιάστηκε, ακούγοντας τον βιολιστή να παίζει ήχους παραδοσιακούς και να χορεύει ο κόσμος. Έβαλε σκοπό να μάθει βιολί, να μάθει να παίζει και να χαίρεται η πλάση. Ο πατέρας του μέσω ενός ξάδελφού του, πήρε ένα βιολί, έπειτα αναζήτησε δάσκαλο, ο οποίος και βρέθηκε στο Αργοστόλι, κι έτσι ξεκίνησε η μάθηση της βιολιστικήςτέχνης για τον Ηλία.
Βέβαια, αυτά τα μαθήματα δεν κράτησαν πολύ, λόγω του Πολέμου και των Σεισμών του 1953. Στα 14 χρόνια του βρέθηκε σ’ ένα πανηγύρι της Αναλήψεως στα Κουλουράτα, όπου έπαιζε βιολί ο αξιόλογος πρακτικός βιολιστής του νησιού μας, Παύλος Παυλάτος. Ζητήθηκε από κάποιον να αφήσει τον εκκολαπτόμενον στο βιολί, Ηλία Θεοφιλάτο να παίξει και ο Παυλάτος, είπε πως, «δεν μπορεί να δώσει το επαγγελματικό του βιολί σε χέρια που δεν ξέρουν». Κατόπιν, ο Ηλίας έχοντας το δικό του βιολί σε άλλη μεριά του χορού, έπαιξε με τον δικό του τρόπο και έγειρε το πλήθος από τη μεριά του νέου βιολιστή. Η καλοσυνάτη «βιολιστικήσύγκρουση», εδραίωσε τον Ηλία Θεοφιλάτο, ως ικανό βιολιστή.

Ο Ηλίας Θεοφιλάτος αποτύπωσε δυναμικά τους ήχους των παραδοσιακών χορών του νησιού μας πάνω στο βιολί, έχοντας πάντα μέσα του και το τραγουδιστικό μέρος, με αποτέλεσμα να εκδηλώνεται στα πανηγύρια τόσο στο παίξιμο του βιολιού, όσο και να τραγουδά συνοδεύοντας τον εαυτό του. Ήταν μοναδικός αλλά και τελευταίος από αυτούς του πρακτικούς βιολιτζήδες, που συγχρόνως έπαιζαν και τραγουδούσαν και μάλιστα αυτοσχεδίαζε με δικές του ρίμνες και κρατούσε πάντα το χορό αμείωτο στον παλμό του.
Παρατηρούσε τους χορευτές και εναλλασσόταν στο ρεπερτόριό του, για να κρατήσει την ένταση του χοροστασιού στα πανηγύρια ή σ’ άλλες εκδηλώσεις. Συμμετείχε με τη μουσική παρέα του όπου τον καλούσαν, είτε σε γάμο είτε σε βάπτιση ή και σ’ άλλες οικογενειακές χαρές. Μάλιστα, ήταν και ο μοναδικός βιολιστής στο νησί μας, που έπαιξε βιολί σε χαρά γάμου, σε τρείς γενιές. Δηλαδή, στου Παππού, στου γιου και στον εγγονό, της ίδιας οικογένειας.
Προτιμούσε τα κεφαλονίτικα καλαματιανά και συρτά, πέρα από τον Μπάλο και τον Διβαράτικο, και μάλιστα αυτοσχεδίασε ριμναδόρικα για να δώσει κέφι και χρώμα και να χαροποιήσει τους χορευτές.
Ο Ηλίας ήταν τύπος ανοιχτομάτης, μπορούσε να ελέγχει την ένταση του κεφιού, που ήξερε να το ρυθμίζει, και να το διατηρεί δυναμικό, πρόσεχε να μη μειώνεται απότομα, δηλαδή, παρατηρούσε το κοινό που χόρευε και μάλιστα επικοινωνούσε μαζί του αυθόρμητα και λαϊκά, δίνοντάς του, το σκοπό και το τραγούδι που ζητούσε.
Οι ρίμνες του ήταν τόσο παραδοσιακές, παλιές αλλά και δικές του πρωτίστως σατιρικές – χαρούμενες, ευτράπελες όπου χρειαζόταν. Το χορευτικό κοινό τον αγαπούσε και τον σεβόταν γνωρίζοντας την καλή του καρδιά και σπιρτοσύνη.
Στα 1980 έως και το 1986 πήγε στην Αμερική, αλλά η έγνοια για την Κεφαλονιά του, τον έκανε να γυρίσει πίσω και να ανοίξει ένα μαγαζί «πιτσαρία» στη Σάμη, την οποία και τη διατήρησε έως το 2001, χρονιά που την πούλησε.
Τον Μάρτιο, 1982 θα πρωτοστατήσει με το βιολί του, στο Σύλλογο των Κεφαλλήνων της Νέας Υόρκης, «ΚΕΦΑΛΟΣ», σε μια χορευτική γλεντζέδικη βραδιά, που άφησε εποχή. Το Διοικητικό του Συλλόγου θα τον τιμήσει με αναμνηστική πλακέτα, για την όλη προσφορά του και το κεφαλονίτικο παραδοσιακό κέφι που απλόχερα έδινε.

Στο γυρισμό του από την Αμερική, εγκαταστάθηκε στη Σάμη που απασχολούσε εργασιακά τον εαυτό του στο οικογενειακό κατάστημα, «Ηλεκτρικών Ειδών και Συσκευών». Επίσης, υπήρχε κι άλλο κατάστημα,το οποίο είχε ο γιος του, Ευγένιος, στο Καραβόμυλο, με οικοδομικά υλικά.
Συμμετείχε στην ταινία «Ο Λοχαγός Κορέλλι», παίζοντας με το βιολί του, τα κεφαλονίτικα άσματα-χοροί που του ζητήθηκαν..
Ο Θεοφιλάτος πέρα από τα πολλά κεφαλονίτικα άσματα (Μπάλλος, Διβαράτικος, Μανέττας, Ρόιδω, Μέρμηγκας, Από Λαγκάδι, Μια Πέρδικα, Συρτά Κεφαλονιάς και τόσα άλλα που έπαιζε και συγχρόνως τα τραγουδούσε, εκλεκτή θέση είχαν και τα κεφαλονίτικα γαμοτράγουδα,(πορνικά) που σήμερα δυστυχώς έχουν χαθεί ολότελα. Θέλω να μείνω σ’ αυτά, γιατί είναι ξεχασμένα και δυστυχώς δεν έχουν περάσει επισήμως σε κάποια καταγραφή. Μέσα σ’ αυτά εξέχουσα θέση έχει και «Η χήρα και το κτήμα της», το οποίο δεν είναι κεφαλονίτικο, αλλά ο Ηλίας το τραγουδούσε υπέροχα και μάλιστα του το ζητούσαν «στα διαλλείματα» του χορού. Κρίμα που δεν έχουμε τις βιολιστικές παραλλαγές, που έκανε ο Ηλίας, πάνω σ’ αυτό το άσμα και κρατούσε τον χορό « αμείωτον και κεφάτον».

Το άσμα αυτό αν και έντεχνο στο στίχο και στη μουσική, το οικειοποιήθηκε η Ζακυνθινή μουσική παράδοση, το βάφτισαν οιΖακυνθινοί αυθαίρετα, ως ΑΡΕΚΙΑ και με αυτή την ονομασία τραγουδιστικά, παρουσιάζεται στα μέσα στο Μ.Μ.Ε.
Ο Ηλίας Θεοφιλάτος όχι μόνο το έπαιξε βιολιστικά και το τραγουδούσε, αλλά και γνώριζε την ιστορία της καταγωγής αυτού του άσματος. Πρόκειται για κωμικό άσμα του λαϊκού ποιητή από την Ηλεία της Πελοποννήσου, του Κουμανιώτη Γεώργιου Τσακριλή (Σαμαράς) 1896 – 1993 από το Κούμανι – Ηλείας. Ήταν ιεροψάλτης, ποιητής και δεξιοτέχνης στο κλαρίνο, και τραγουδούσε τους στίχους και τα ποιήματα που έγραφε. (Για περισσότερες πληροφορίες για τον Τσακριλή και τα άσματά του, βλ. Χαράλαμπος Σ. Παπαγιάννης, Κουμανιώτικες ανέκδοτες ιστορίες. Αθήνα 2010).
«Η χήρα και το κτήμα της»,
Εργάτης ήμουν άριστος τα περασμένα χρόνια
Πότε για τρύγο επήγαινα και ξαρίζω αλώνια
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό, Κύριε ελέησον
Στο δρόμο μου επήγαινα απάντηξα μια χήρα
Μου λέει «έχεις σύνεργα καλά και ντούρα ψεκαστήρα»
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον
Ευθύς τα συμφωνήσαμε πάω την άλλη μέρα
Βλέπω τα αμπέλι χέρισο της χήρας πέρα ως πέρα
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον
Τραβάω πρώτη μηχανή, τραβάω και δευτέρα
Τραβάω κι άλλες τέσσερις προτού να φύγει η μέρα
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον
Κυρά μου σώθηκε ο χαλκός και βγήκανε τ’ αστέρια
«τι να μου κάνουν χριστιανέ μονάχα έξι χέρια»
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον
Στο χάλι που ναι το κτήμα μου εσύ να το δροσίσεις
Τουλάχιστον 10 φορές πρέπει να το ..ραντίσεις
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον
Και εκεί που ετοιμαζόμουνα τη μηχανή να λύσω
Να πλύνω το σωλήνα τση και να τον καθαρίσω
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον
Αρπάζει τη ραντιστήρα μου με πιάνει χέρι-χέρι
Να τση περάσω ήθελε ακόμα ένα χέρι
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον
Και δω στου βίρα με ορμή και δύναμη μεγάλη
Αλλά χαλκό η μηχανή δεν είχε πια να βγάλει
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον
Αρπάζω το σακάκι μου περνώ τη ψηκαστήρα μου
Στο δρόμο μου εβλαστήμαγα τ’ αμπέλι και τη χήρα
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον
Σας συνιστώ βρε φίλοι μου εσείς οπού ραντάτε
Σε κτήμα ακαλλιέργητο ,χήρας ποτέ μην πάτε — Γιατί?
Γιατί όποιος με χήρας κτήματα τολμήσει και τα βάλει
Θα σπάσει η ψεκαστήρα του, κι ας είναι απ ‘ατσάλι
Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον, Το χαλκό το χαλκό Κύριε ελέησον




















