Η ιστορία των δύο Αγίων Νικολάων —του Επισκόπου Μύρων Λυκίας και του Νικολάου του Σιωνίτη— αποκαλύπτει με εντυπωσιακή θεολογική καθαρότητα ότι η αγιότητα δεν είναι ποτέ προϊόν μιας γραμμικής, «επίσημης» αφήγησης, αλλά αποτέλεσμα μιας αργής, βαθιάς, εκκλησιαστικής ώσμωσης, όπου ο επιφανής και ο αφανής ενώνονται σε ένα ενιαίο πνευματικό σώμα.
Ο Νικόλαος των Μύρων, ο πασίγνωστος θαυματουργός της Οικουμένης, παρουσιάζεται μέσα στην παράδοση ως επίσκοπος, υπερασπιστής του δόγματος, προστάτης των ναυτιλλομένων και των αδυνάτων, μια μορφή που σχεδόν υπερβαίνει την ανθρώπινη κλίμακα. Κι όμως, η ιστορική του υπόσταση παραμένει εντυπωσιακά ασαφής: τα πρακτικά της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου δεν βεβαιώνουν την παρουσία του, οι πρώιμες πηγές είναι ελάχιστες, και ο βίος του, όπως τον γνωρίζουμε, είναι υστερογενής, μια μεταγενέστερη σύνθεση που αντανακλά περισσότερο τη λειτουργική ανάγκη της Εκκλησίας παρά το ιστορικό αποτύπωμα ενός ανθρώπου.
Απέναντί του, σχεδόν παράδοξα, στέκει ο άλλος Νικόλαος, ο Σιωνίτης, ο οποίος δεν διαθέτει τη διεθνή ακτινοβολία του Επισκόπου Μύρων, αλλά διαθέτει κάτι πολύ πιο σπάνιο: έναν πλήρη, ιστορικά διακριβωμένο βίο, χρονικά ορισμένο, γεωγραφικά αποτυπωμένο, με αναλυτικό corpus θαυμάτων και πνευματικών ενεργειών. Ο ασκητής αυτός του 6ου αιώνα, εγκατεστημένος στο μοναστήρι της Σιών στη Λυκία, εμφανίζεται στις πηγές ως μια μορφή που συνδέει τη χριστιανική λατρεία με τα στοιχεία της φύσης: ηρεμεί θάλασσες, διασώζει ναύτες, ανασταίνει ναυαγούς, καθαγιάζει τοπία, εξορκίζει δαιμονικές παρουσίες από πηγές και κυπαρίσσια, προστατεύει στρατιώτες, θεραπεύει ασθενείς, παρεμβαίνει υπέρ των αδικημένων.
Πρόκειται για ένα σύνολο χαρακτηριστικών που ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα με τα θαύματα που αργότερα αποδίδονται στον «επιφανή» Νικόλαο των Μύρων, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο αφανής Σιωνίτης λειτουργεί ως το θεολογικό υπόστρωμα, ο κρυφός πυρήνας από τον οποίο αντλείται το πνευματικό περιεχόμενο του πασίγνωστου αγίου.
Η σύντηξη των δύο μορφών δεν είναι τυχαία ούτε απλή ιστορική παρεξήγηση. Αντανακλά έναν κατεξοχήν εκκλησιολογικό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο η αγιότητα δεν συγκροτείται ως αυθύπαρκτο βιογραφικό γεγονός, αλλά ως συλλογική μνήμη μιας κοινότητας που χρειάζεται έναν προστάτη, έναν μεσίτη, έναν άγιο που ενώνει τον ουρανό με τις τοπικές ανάγκες του κόσμου.
Η Λυκία, περιοχή πλούσια σε παλαιές ειδωλολατρικές λατρείες, είχε βαθιά ριζωμένη τη μορφή των Διοσκούρων ως προστάτες των ναυτικών και της Άρτεμης ως προστάτιδας των δασών, των υδάτων και των ιερών δέντρων. Όταν ο Νικόλαος ο Σιωνίτης κόβει το «δαιμονισμένο» κυπαρίσσι, δεν εκτελεί μια πράξη απλής καταστροφής αλλά μια τελετουργική μετατόπιση: μεταφέρει την ιερότητα εκεί όπου η Εκκλησία θα μπορεί να την κατοικήσει. Η θεολογική οικονομία του τόπου αλλάζει χέρια. Από το κυπαρίσσι στον σταυρό. Από τους Διόσκουρους στον Νικόλαο. Από το άλσος στο μοναστήρι της Σιών. Είναι σε αυτό το περιβάλλον που η μορφή του Σιωνίτη, άμεσα συνδεδεμένη με τη θάλασσα, το δάσος και το υδάτινο στοιχείο, μπορεί να αποτελέσει την τέλεια μήτρα για τον μεταγενέστερο, παγκόσμιο άγιο των θαλασσών.
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, ο «επιφανής» επίσκοπος και ο «αφανής» ασκητής συγκροτούν ένα ενιαίο εκκλησιαστικό πρόσωπο. Ο Σιωνίτης προσφέρει το θαυματουργικό κεφάλαιο, ο Επίσκοπος Μύρων προσφέρει τη θεσμική κορύφωση. Ο ένας διαθέτει το ιστορικό βάθος, ο άλλος την οικουμενική απήχηση.
Η Εκκλησία, μέσα από την αργή λειτουργία της υμνογραφίας, της εικονογραφίας και της τοπικής λατρείας, δεν επιλέγει ανάμεσα στους δύο. Αντιθέτως, τους αφήνει να αλληλοφωτίζονται, να συγκλίνουν, να συντήκονται σε μια μορφή που είναι ταυτόχρονα δεσμική και χαρισματική, ιστορική και μεταϊστορική, τοπική και οικουμενική.
Η αμφισημία αυτή —ο άγιος με δύο ρίζες, δύο μνήμες, δύο σώματα που γίνονται ένα— δεν αποτελεί αδυναμία, αποτελεί θεολογική ισχύ. Διότι δείχνει ότι η αγιότητα δεν είναι προσωπική ιδιοκτησία, αλλά πνευματική κυκλοφορία μέσα στην Εκκλησία: όπως η Χάρη μεταδίδεται από πρόσωπο σε πρόσωπο, έτσι και η μνήμη ενός αγίου μπορεί να εμπλουτιστεί, να επεκταθεί, να ενσωματώσει το άγιο της προηγούμενης γενιάς.
Αυτό εξηγεί και το φαινόμενο της εκρηκτικής διάδοσης της λατρείας του Νικολάου στους ναυτιλλομένους. Δεν πρόκειται μόνο για θρησκευτική ευσέβεια, αλλά για τη φυσική γεωγραφία της πνευματικότητας των θαλασσινών.
Τα θαύματα του Σιωνίτη είχαν ήδη «ταξιδέψει» στα λιμάνια της Λυκίας, πριν ακόμη λάβει διεθνή ακτινοβολία ο Επίσκοπος Μύρων. Όταν τα λείψανα του τελευταίου μεταφέρθηκαν στο Μπάρι, η Ευρώπη δεν αγκάλιαζε απλώς έναν επίσκοπο: αγκάλιαζε έναν αιώνα θαλασσινών αφηγήσεων που είχαν διαμορφωθεί από τον άγνωστο ερημίτη της Σιών.
Η παγκόσμια φήμη του Αγίου Νικολάου —είτε στη Δύση ως Santa Claus είτε στην Ανατολή ως θαυματουργού προστάτη— δεν θα υπήρχε χωρίς τον ασκητή που η ιστορία σχεδόν απορρόφησε μέσα στην επιφανή μορφή του επισκόπου.
Η θεολογική σημασία αυτού του εκκλησιαστικού «διπλού προσώπου» είναι βαθιά και σύγχρονη. Αποκαλύπτει ότι η αγιότητα δεν ταυτίζεται με την ορατότητα. Ότι συχνά ο αληθινός πυρήνας μιας πνευματικής μορφής δεν βρίσκεται στο επίσημο βιογραφικό της, αλλά στο εσωτερικό δίκτυο μνήμης που την στηρίζει.
Και κυρίως ότι ο Θεός, μέσα στη δική Του οικονομία, δεν τιμά την ιστορική προβολή, αλλά την κρυφή προσφορά, την ανεπίγνωστη πηγή, τον ασκητή που δεν απέβλεψε στη δόξα, αλλά έγινε το υπόστρωμα για να διαχυθεί η χάρη σε ολόκληρη την οικουμένη.
Η περίπτωση των δύο Αγίων Νικολάων αποτελεί υπόδειγμα για το πώς λειτουργεί η θεία μνήμη: όχι με όρους ατομικής αναγνώρισης, αλλά με όρους μυστικής μετάδοσης. Ένας αφανής άγιος δανείζει τα θαύματά του σε έναν επιφανή. Ένας επιφανής γίνεται ο φορέας της μνήμης ενός αφανή. Και η Εκκλησία, αντί να διαλέξει ανάμεσα στους δύο, κρατά και τους δύο ως μία ενιαία αγιότητα που υπερβαίνει τον χρόνο και τις ιεραρχίες.
Η σημερινή γοητεία αυτού του διπλού αγίου ίσως ακριβώς σε αυτό το σημείο εδράζεται: σε μια εποχή που όλοι αναζητούν την «αληθινή ιστορία πίσω από την εικόνα», οι δύο Νικόλαοι αποκαλύπτουν ότι το βάθος μιας μορφής δεν βρίσκεται στην επιφάνειά της αλλά στη μυστική διαδρομή της μνήμης που την συνθέτει.
Ότι το μεγάλο μπορεί να κρέμεται από το μικρό, το κοσμοϊστορικό από το ασκητικό, το επιφανές από το αφανές.
Και ότι η Εκκλησία, μέσα από αυτή την αμφίδρομη σχέση, δείχνει κάτι αθάνατο: στην ιστορία των αγίων, τίποτα δεν χάνεται, όλα μεταδίδονται, όλα προσφέρονται, όλα υπηρετούν την ενότητα ενός ονόματος που έγινε παγκόσμιο σημείο ελπίδας —του Νικολάου, του αγίου που γεννήθηκε δύο φορές, μία ως επίσκοπος και μία ως αφανής, αλλά παρέμεινε ένας στην Χάρη.
Μάνος Λαμπράκης














