Δεν υπήρξα ποτέ φίλος του κινηματογραφικού ύφους του Γιάννη Σμαραγδή. Η μοναδική φορά που επιχείρησα να δω ταινία του, τον El Greco, αποχώρησα λίγο πριν από το τέλος, όχι από κάποια εχθρότητα, αλλά από το είδος εκείνο της υπερβατικής αισθητικής εξάντλησης που σε ωθεί να βγεις από την αίθουσα πριν βγει η αίθουσα από εσένα.
Δεν διεκδικώ λοιπόν ειδική γνώση της δραματουργικής του γλώσσας, ούτε πρόθεση να αναμετρηθώ με την ποιότητα ή τις αδυναμίες του έργου του.
Έχω, ωστόσο, ένα μικρό πρόβλημα με τον τρόπο που συχνά εμφανίζεται δημοσίως σαν να του οφείλει η ελληνική πολιτεία μια διαρκή συγγνώμη και ο ελληνικός λαός μια αέναη αποθέωση.
Κατά βάθος αυτή η στάση με αφήνει παγερά αδιάφορο, γιατί το πραγματικό ζήτημα βρίσκεται αλλού: στο πώς η σημερινή κυβέρνηση διαχειρίστηκε την ταινία του για τον Καποδίστρια, ένα διαχείρισμα που εκθέτει συνολικά τον πολιτισμό ως κρατική λειτουργία.
Εδώ αρχίζει μια ιστορία πολιτικής υποκρισίας τόσο κραυγαλέας, ώστε θα μπορούσε να διδάσκεται ως παράδειγμα θεσμικής παραμόρφωσης. Η ίδια κυβέρνηση που αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει το έργο, η ίδια που άφησε τον σκηνοθέτη να χτυπάει πόρτες σε υπουργεία και φορείς, η ίδια που είδε το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου να λειτουργεί σαν παρα-θεσμικό παντοπωλείο όπου οι αποφάσεις μοιάζουν πιο πολύ με συναλλαγές παρά με πολιτιστική πολιτική, εμφανίστηκε τελικά χαρούμενη και αστραφτερή στην πρεμιέρα της Νέας Υόρκης.
Εκεί η υπουργός Πολιτισμού πόζαρε με αφοπλιστική άνεση, με το ύφος ανθρώπου που υπέγραψε τα πάντα, ενώ το μόνο που υπέγραψε ήταν η απουσία της από όλη τη διαδικασία.
Κι αν αυτό δεν ήταν αρκετό, το πιο εξωφρενικό είναι η στάση του πολιτικού εκείνου παράγοντα που είχε την αρμοδιότητα να εγκρίνει τη χρηματοδότηση της ταινίας από το ΕΣΠΑ, ο οποίος τότε επέλεξε σκοπίμως να μην υπογράψει. Ο άνθρωπος αυτός —γνωστός για τις θεαματικές διακυμάνσεις των απόψεών του— σήμερα εμφανίζεται στα κοινωνικά δίκτυα να λιβανίζει τον ίδιο τον Σμαραγδή, την ταινία, το μεγαλείο, και ό,τι άλλο χρειαστεί, προκειμένου να διαγράψει από τη συλλογική μνήμη πως εκείνος ανέτρεψε τη χρηματοδότηση των 1,3 εκατομμυρίων ευρώ. Κι όμως, ο ίδιος αυτός που αρνήθηκε την υπογραφή, σήμερα μοιράζει εύσημα· μάλιστα, το πράττει με την ίδια ευκολία που κάποτε έκρινε τη ρωσική πολιτική σωστή και την επόμενη στιγμή την απέρριπτε, όπως με την ίδια άνεση υπήρξε θεματοφύλακας της αντι-woke ρητορείας πριν ψηφίσει με τα δύο χέρια τον νόμο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Ένα πολιτικό ύφος που δεν έχει καν την αξιοπρέπεια της συνέπειας· μόνο την ευκολία της μεταμφίεσης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Σμαραγδής περιπλανήθηκε από υπόσχεση σε υπόσχεση: από τον τότε περιφερειάρχη που διαβεβαίωνε πως θα βρεθούν λύσεις, μέχρι πολιτικούς παράγοντες που υποσχέθηκαν υποστήριξη χωρίς να εννοούν τίποτα, και την Εθνική Τράπεζα που άφηνε ανοιχτό ένα ενδεχόμενο χρηματοδότησης το οποίο ποτέ δεν υλοποιήθηκε. Το Υπουργείο Πολιτισμού λειτουργούσε σαν να μην υπάρχει· σαν να αφορά τον ελληνικό πολιτισμό μόνο ό,τι εμπίπτει σε μια προκάτ προοδευτική γραμμή, κατά προτίμηση με woke επιχρίσματα και επιδοτήσεις σε έργα που διατηρούν την πολιτική ησυχία και όχι την πολιτιστική ζωντάνια.
Σε αυτό το ήδη προβληματικό τοπίο προστέθηκαν οι απειλές κατά του σκηνοθέτη, που αν αληθεύουν, συνιστούν μια από τις πιο σκοτεινές υποσημειώσεις της σύγχρονης πολιτικής ζωής: «Πρόσεχε τα βράδια σου… ίσως να είναι τα τελευταία». Αυτή η φράση δεν ανήκει στον χώρο της τέχνης· ανήκει στο πεδίο της πολιτειακής εκτροπής. Και είτε προήλθε από μηχανισμούς της εξουσίας είτε από παραθεσμικά κέντρα που λειτουργούν με την αυταρέσκεια ότι μπορούν να επιβάλλουν σιωπή, αποτελεί τεκμήριο μιας κουλτούρας φόβου και ενός κράτους που ανέχεται τον εκφοβισμό ως μέθοδο διαχείρισης.
Μέσα σε όλα αυτά, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ούτε ο ίδιος ο Σμαραγδής ούτε η ταινία του.
Το πρόβλημα είναι πως η κυβέρνηση, που κόμπαζε για την ευρωπαϊκότητά της, θεώρησε πολιτικά ορθό να μπλοκάρει μια ταινία επειδή φοβήθηκε ότι θα αναδείξει τον ρόλο της Ρωσίας στον Αγώνα του ’21 και άρα θα εκληφθεί ως «φιλορωσική». Είναι το παράδειγμα ενός κράτους που δεν εμπιστεύεται την Ιστορία του και που την αντικαθιστά με μια ιδεολογική αφήγηση εύπλαστη, ασφαλή, απομνημονευμένη στα κεντρικά γραφεία μιας εξουσίας που ορίζει εκ των προτέρων τι επιτρέπεται να θυμάται ο λαός και τι όχι.
Και όταν τελικά η ταινία ολοκληρώθηκε όχι χάρη στο κράτος αλλά χάρη στους ομογενείς, στους φιλέλληνες και σε ξένους φορείς που προσφέρθηκαν να στηρίξουν πρόθυμα εκεί όπου η Ελλάδα απέτυχε, τότε εμφανίστηκε η ελληνική κυβέρνηση στο κόκκινο χαλί για να υψώσει το λάβαρο του πολιτισμού που δεν υπηρέτησε.
Είναι η εικόνα ενός κράτους που αδυνατεί να χρηματοδοτήσει ένα έργο εθνικής σημασίας, αλλά μπορεί με άνεση να φωτογραφηθεί δίπλα του όταν αυτό ολοκληρωθεί παρά τη στάση του.
Μια κυβέρνηση που δεν παρήγαγε τίποτα, αλλά διεκδικεί την αίγλη των άλλων.
Έτσι, η ταινία για τον Καποδίστρια κατέληξε να λειτουργεί ως καθρέφτης μιας εξουσίας που αποφεύγει να αντικρίσει τον εαυτό της. Όχι τον σκηνοθέτη – όχι το έργο – αλλά μια κυβέρνηση που διαρκώς αντιμάχεται ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει, που υπονομεύει ό,τι δεν υπηρετεί το εκάστοτε αφήγημά της, και που τελικά καταλήγει να φοβάται την ίδια τη μνήμη.
Γιατί η μνήμη δεν είναι ποτέ βολική. Η μνήμη κρίνει, συγκρίνει, αποκαλύπτει. Και το κράτος που δεν αντέχει την Ιστορία του, αναπόφευκτα δεν αντέχει ούτε την τέχνη του.
Αυτό είναι το πραγματικό σχόλιο πίσω από την υπόθεση Σμαραγδή… όχι το πρόσωπο του σκηνοθέτη αλλά το πρόσωπο μιας κυβέρνησης που απέτυχε θεσμικά, πολιτιστικά και ηθικά.
Μιας κυβέρνησης που θέλει το χειροκρότημα χωρίς να έχει ανέβει στη σκηνή, και που εμφανίζεται στην πρεμιέρα έργων τα οποία η ίδια έχει αποκλείσει.
Ένα κράτος που κατέστησε τον πολιτισμό σκηνικό αντί για περιεχόμενο.
Και που γι’ αυτό, αργά ή γρήγορα, θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει το ίδιο το έργο της: μια Ελλάδα που δεν το χειροκροτεί, αλλά το βλέπει —και δεν εντυπωσιάζεται.













