Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να αφήσουμε στην άκρη τις ευγένειες και τις εύκολες κουβέντες και να μιλήσουμε καθαρά. Τα χωριά μας αδειάζουν. Τα σχολεία κλείνουν ή λειτουργούν με όλο και λιγότερα παιδιά, οι νέοι φεύγουν, τα καφενεία λιγοστεύουν, τα σπίτια μένουν κλειστά για μήνες και οι πλατείες γεμίζουν για λίγες ημέρες τον Αύγουστο, πριν επιστρέψουν στη σιωπή. Παραδοσιακά επαγγέλματα χάνονται, η αγροτική παραγωγή υποχωρεί, υπηρεσίες απομακρύνονται και μαζί τους αποδυναμώνεται ο κοινωνικός ιστός της υπαίθρου. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα είναι ώρα να μιλήσουμε και για έναν θεσμό που θα μπορούσε να διαδραματίσει πολύ σημαντικότερο ρόλο: τους Πολιτιστικούς Συλλόγους.
Και να πούμε μια δύσκολη αλήθεια: ο Πολιτιστικός Σύλλογος δεν μπορεί να είναι απλώς η επιτροπή που οργανώνει το πανηγύρι του Αυγούστου. Το πανηγύρι είναι παράδοση. Είναι χαρά, συνάντηση, μουσική, χορός, επιστροφή των ξενιτεμένων και αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των χωριών μας. Πρέπει να υπάρχει και πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει. Όμως πολιτισμός δεν είναι μόνο μια εξέδρα, μια ορχήστρα, τραπέζια και μεγάφωνα. Πολιτισμός είναι αυτό που μένει την επόμενη ημέρα. Είναι η πέτρινη βρύση που σώθηκε, το παλιό σχολείο που δεν αφέθηκε να καταρρεύσει, το μονοπάτι που καθαρίστηκε και χαρτογραφήθηκε, οι παλιές φωτογραφίες που συγκεντρώθηκαν και ψηφιοποιήθηκαν, οι μαρτυρίες των ηλικιωμένων που καταγράφηκαν πριν χαθούν για πάντα. Είναι τα παλιά επαγγέλματα, οι καλλιέργειες, τα τραγούδια, τα τοπωνύμια, οι ιστορίες των ανθρώπων. Είναι η προσπάθεια να μάθει ένα παιδί την ιστορία του χωριού του και να αισθανθεί ότι αυτός ο τόπος το αφορά.
Χρειαζόμαστε Συλλόγους ζωντανούς. Συλλόγους που λειτουργούν όλο τον χρόνο και όχι μόνο λίγες εβδομάδες πριν από τον Δεκαπενταύγουστο. Συλλόγους που δεν περιμένουν απλώς από τον Δήμο μια επιχορήγηση, μια εξέδρα, μερικές καρέκλες και μια φωτογραφία με τους επισήμους. Η συνεργασία με την Αυτοδιοίκηση είναι απαραίτητη, η εξάρτηση όμως δεν είναι. Ένας πραγματικά ανεξάρτητος Πολιτιστικός Σύλλογος πρέπει να μπορεί να συνεργάζεται με τον Δήμο όταν υπάρχει κοινός στόχος, αλλά να μπορεί και να του ασκεί κριτική όταν το χωριό εγκαταλείπεται. Να διεκδικεί δρόμους και υποδομές, να απαιτεί καθαρό περιβάλλον, να υπερασπίζεται έναν δημόσιο χώρο, να ζητά τη διάσωση ενός ιστορικού κτιρίου, να αντιδρά στην εγκατάλειψη και να διεκδικεί πολιτισμό, αθλητισμό και ποιότητα ζωής. Αυτό σημαίνει αδέσμευτος πολιτισμός.
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος του 21ου αιώνα μπορεί να γίνει ένα μικρό εργαστήριο τοπικής ανάπτυξης και κοινωνικής δημιουργίας. Μπορεί να δημιουργήσει ψηφιακό αρχείο, να καταγράψει προφορικές μαρτυρίες, να δημιουργήσει λαογραφική συλλογή, να αναδείξει μονοπάτια και τοπόσημα, να συνδέσει τον πολιτισμό με την τοπική παραγωγή και τη γαστρονομία, να οργανώσει μουσικές, θεατρικές και εικαστικές ομάδες, να δημιουργήσει δράσεις για παιδιά, να συνεργαστεί με σχολεία, πανεπιστήμια, επιστήμονες και συλλόγους αποδήμων. Να αξιοποιήσει την τεχνολογία χωρίς να χάσει τη μνήμη. Και πάνω απ’ όλα, να κάνει τον κάτοικο συμμέτοχο και όχι θεατή.
Για χρόνια λέμε ότι «οι νέοι δεν ενδιαφέρονται». Μήπως όμως πρέπει να αναρωτηθούμε σε τι ακριβώς τους καλούμε να συμμετάσχουν; Τους καλούμε να αποφασίσουν ή όλα είναι ήδη αποφασισμένα; Τους δίνουμε χώρο να δημιουργήσουν ή απλώς τους ζητάμε να βοηθήσουν στο στήσιμο των τραπεζιών; Τους δίνουμε πρωτοβουλίες ή τους ζητάμε να συνεχίσουν όσα κάναμε εμείς; Οι νέοι δεν χρειάζονται απλώς μια πρόσκληση. Χρειάζονται χώρο. Χώρο για μια νέα ιδέα, μια θεατρική ομάδα, ένα ψηφιακό αρχείο, μια περιβαλλοντική δράση, ένα φεστιβάλ, μια πολιτιστική διαδρομή. Δεν χρειαζόμαστε τη νεολαία για να επαναλάβει το παρελθόν. Τη χρειαζόμαστε για να δημιουργήσει το μέλλον.
Χρειάζεται όμως να μιλήσουμε και για το πώς αντιλαμβανόμαστε την ίδια την παράδοση. Δεν είναι κάθε καλοκαιρινή εκδήλωση πολιτιστική δράση. Δεν διασώζεται η παράδοση επειδή μία φορά τον χρόνο γεμίζει μια πλατεία. Η δημοτική και παραδοσιακή μουσική έχει ιστορία, ύφος, ήθος και ταυτότητα. Το χοροστάσι δεν ήταν απλώς χώρος διασκέδασης. Ήταν χώρος κοινωνικής συνεύρεσης και συλλογικής έκφρασης. Γι’ αυτό χρειάζεται να προστατεύσουμε την αυθεντικότητα της παράδοσης από τη μετατροπή της σε ένα εύκολο, εφήμερο καλοκαιρινό θέαμα. Δεν χρειάζεται να καταργήσουμε τα πανηγύρια. Χρειάζεται να τους ξαναδώσουμε περιεχόμενο, με ανθρώπους που γνωρίζουν την παράδοση, με τοπικούς μουσικούς, με παιδιά που μαθαίνουν τα τραγούδια και τους χορούς του τόπου τους, με εργαστήρια, με καταγραφή της μουσικής κληρονομιάς και με ενεργό συμμετοχή της νέας γενιάς.
Γιατί άλλο πράγμα είναι ένα πανηγύρι που τιμά την παράδοση και άλλο ένα πανηγύρι που χρησιμοποιεί την παράδοση ως πρόσχημα για μια ακόμη βραδιά κατανάλωσης. Δεν ζητά κανείς να σταματήσουν οι εκδηλώσεις ούτε να μπει η παράδοση σε μουσείο. Το αντίθετο. Χρειάζεται να ξαναδώσουμε στο πανηγύρι την πολιτιστική του υπόσταση. Να δώσουμε χώρο στους ανθρώπους που γνωρίζουν τη μουσική και τους χορούς του τόπου, να στηρίξουμε τους νέους μουσικούς και χορευτές, να δημιουργήσουμε εργαστήρια και να καταγράψουμε την παράδοση πριν χαθεί. Γιατί το μεγάλο στοίχημα δεν είναι πόσα τραπέζια γέμισε ένα πανηγύρι. Είναι πόσα παιδιά έμαθαν έναν παραδοσιακό χορό, πόσα γνώρισαν ένα αυθεντικό δημοτικό τραγούδι, πόσα άκουσαν την ιστορία του τόπου τους και πόσα αισθάνθηκαν ότι αυτή η πολιτιστική κληρονομιά δεν ανήκει μόνο στους παππούδες τους, αλλά ανήκει και στα ίδια και μπορούν να την πάνε ένα βήμα παραπέρα.
Η ελληνική ύπαιθρος βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Το δημογραφικό, η εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής και η αποδυνάμωση των μικρών κοινωνιών δημιουργούν έναν πραγματικό κίνδυνο: χωριά με σπίτια, αλλά χωρίς κοινωνία. Και εδώ ο πολιτισμός αποκτά μια πολύ βαθύτερη σημασία. Δεν είναι απλώς διασκέδαση. Δεν είναι δημόσιες σχέσεις. Δεν είναι μια φωτογραφία με τους επισήμους. Είναι μνήμη, συλλογικότητα, δημιουργία και άμυνα απέναντι στην εγκατάλειψη. Είναι η απόφαση μιας κοινωνίας να μην αποδεχθεί ότι το χωριό της θα ζει μόνο δεκαπέντε ημέρες τον Αύγουστο.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι πόσο κόσμο συγκέντρωσε μια εκδήλωση ούτε πόσες εισπράξεις έκανε ένα βράδυ. Το μεγάλο στοίχημα είναι αν θα υπάρχει χωριό για να γεμίσει η πλατεία και του χρόνου. Γι’ αυτό οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι πρέπει να ξαναβρούν τον πραγματικό τους ρόλο. Να γίνουν κύτταρα κοινωνίας, να συνεργάζονται μεταξύ τους, να δημιουργούν, να διεκδικούν, να καταγράφουν, να εκπαιδεύουν, να προστατεύουν και να δίνουν χώρο στους νέους. Και κυρίως, να μην αφήσουν την παρακμή να γίνει συνήθεια. Δεν πρέπει να συνηθίσουμε τα κλειστά σχολεία, τα εγκαταλελειμμένα σπίτια, τις άδειες πλατείες. Δεν πρέπει να θεωρήσουμε φυσιολογικό ένα χωριό που ζωντανεύει για μία νύχτα και σιωπά για τους υπόλοιπους έντεκα μήνες.
Το πανηγύρι είναι μία νύχτα. Ο πολιτισμός είναι όλος ο χρόνος.
Και τελικά, η πραγματική επιτυχία ενός Πολιτιστικού Συλλόγου δεν θα μετρηθεί από το πόσο κόσμο είχε η εκδήλωσή του. Θα μετρηθεί από το τι άφησε πίσω του. Γιατί πολιτισμός είναι αυτό που θα παραδώσουμε στους ανθρώπους που θα ζήσουν εδώ όταν εμείς θα έχουμε φύγει.




















