Τρεις μέρες αφού γέννησε την κόρη της, της είπαν ότι έχει καρκίνο. Ακόμα και αργότερα, όταν προσπαθούσε να μιλήσει γι’ αυτό, δυσκολευόταν να καταλάβει πώς χωρούν μέσα στην ίδια ζωή δύο τόσο αντίθετα πράγματα. Το μητρικό γάλα και ο φόβος. Το νεογέννητο σώμα του παιδιού της και το δικό της σώμα που ξαφνικά έμοιαζε να την προδίδει. Θυμόταν το δωμάτιο του νοσοκομείου να μυρίζει μωρό και αντισηπτικό μαζί. Μια γυναίκα δίπλα της θήλαζε. Εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει αν θα ζήσει. Κανείς δεν προετοιμάζεται για μια τέτοια στιγμή. Γιατί ο άνθρωπος αντέχει σχεδόν τα πάντα εκτός από τον λάθος χρόνο.
Κοιτούσε τη Βικτώρια να κοιμάται και τρόμαζε. Όχι επειδή πονούσε. Ο πόνος είναι ζώο, τον συνηθίζεις. Τρόμαζε γιατί άρχισε ξαφνικά να μετρά τη ζωή σε μελλοντικές απουσίες. Θα προλάβει να τη δει να περπατά; Να μιλά; Να ερωτεύεται; Να θυμάται τη φωνή της; Υπήρχαν βράδια που την κρατούσε αγκαλιά και μύριζε τα μαλλιά της σαν να προσπαθούσε να αποθηκεύσει ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε μία ανάσα. Κι εκεί, μέσα στη σιωπή του νοσοκομείου, κατάλαβε κάτι τρομακτικό: όταν γίνεσαι μάνα, δεν φοβάσαι πια τον θάνατο για σένα. Φοβάσαι το κενό που αφήνεις πίσω.
Οι άνθρωποι πίστευαν ότι ήταν δυνατή επειδή χαμογελούσε. Δεν ήξεραν ότι πολλές φορές χαμογελούσε μόνο και μόνο για να μην τρομάξει το παιδί της όταν μεγαλώσει κοιτώντας φωτογραφίες της. Υπήρχαν μέρες που στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη χωρίς μαλλιά και δεν αναγνώριζε το πρόσωπό της. Κι όμως, το πιο παράξενο ήταν ότι δεν έκλαιγε τόσο για την ίδια. Έκλαιγε γιατί σκεφτόταν πως μια μέρα η κόρη της μπορεί να ψάχνει φωτογραφίες της μητέρας της για να θυμηθεί πώς ήταν. Οι γυναίκες μεγαλώνουν μαθαίνοντας ότι το σώμα τους είναι η αξία τους. Ύστερα έρχεται μια στιγμή που καταλαβαίνουν ότι το σώμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα προσωρινό σπίτι του φόβου και της αγάπης.
Ο Τραϊανός δεν μιλούσε πολύ. Δεν υπήρξε ποτέ άντρας των μεγάλων λέξεων. Υπήρχαν όμως νύχτες που ξυπνούσε από πανικό και τον έβλεπε να κάθεται αθόρυβα δίπλα της χωρίς να κοιμάται. Κάποιες φορές της έφτιαχνε τοστ μέσα στη νύχτα επειδή δεν μπορούσε να κρατήσει τίποτε στο στομάχι της. Άλλες φορές της έδενε το μαντήλι στο κεφάλι χωρίς να πει κουβέντα. Και νομίζω πως εκεί κατάλαβε τι σημαίνει πραγματικά να αγαπάς έναν άνθρωπο. Όχι να τον θαυμάζεις όταν λάμπει. Να μένεις όταν αρχίζει να σβήνει.
Το πιο δύσκολο δεν ήταν οι θεραπείες. Ήταν η ανεμελιά που δεν επέστρεψε ποτέ. Αυτό δεν το λέει κανείς. Νομίζουν όλοι ότι όταν τελειώσουν τα χειρουργεία και οι εξετάσεις, ξαναγυρίζεις στη ζωή σου. Δεν υπάρχει επιστροφή. Υπάρχει μόνο ένα «μετά». Ένα σώμα που συνεχίζει να περπατά αλλά μέσα του κατοικεί πια μια μικρή σκιά. Ακόμα και στις πιο ευτυχισμένες στιγμές, υπήρχε πάντα μια φωνή που ψιθύριζε: «κι αν ξανάρθει;». Ο καρκίνος δεν σου παίρνει μόνο δύναμη. Σου παίρνει την αθωότητα.
Τις νύχτες της χημειοθεραπείας άρχισε να προσεύχεται χωρίς να το καταλάβει. Όχι όπως προσεύχονται οι άνθρωποι στις εικόνες ή στις εκκλησίες. Δεν ήξερε ποτέ να προσεύχεται σωστά. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που μιλούν εύκολα για τον Θεό. Υπήρχαν όμως κάτι ξημερώματα στο νοσοκομείο που το σώμα της πονούσε τόσο πολύ, ώστε ένιωθε πως αν δεν μιλήσει κάπου θα διαλυθεί. Και τότε, μέσα στο σκοτάδι, άρχιζε να ψιθυρίζει σαν παιδί: «Θεέ μου, άσε με λίγο ακόμα. Μόνο μέχρι να μεγαλώσει το παιδί μου».
Θυμόταν μια νύχτα που η Βικτώρια κοιμόταν δίπλα της κι εκείνη την κοιτούσε μέσα στο μισοσκόταδο. Το κεφάλι της μύριζε ακόμα μωρό. Ακούμπησε το χέρι της πάνω της και ξαφνικά φοβήθηκε τόσο πολύ, που δεν άντεξε. Έκλεισε τα μάτια και προσευχήθηκε πρώτη φορά αληθινά στη ζωή της. Όχι να σωθεί. Να μη φοβηθεί εκείνη. Ίσως εκεί να αρχίζει ο Θεός τελικά. Στη στιγμή που ο άνθρωπος αγαπά κάποιον περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό.
Υπήρχαν μέρες που θύμωνε μαζί Του. Πολύ. Έβλεπε το σώμα της να αλλάζει, να χάνει τη δύναμή του, και δεν καταλάβαινε γιατί πρέπει μια γυναίκα να κρατά στην αγκαλιά της ένα νεογέννητο και ταυτόχρονα να κοιτάζει τον θάνατο κατάματα. Της φαίνονταν όλα άδικα. Σχεδόν βίαια. Αλλά μετά ερχόταν η κόρη της και ακουμπούσε το μικρό της χέρι πάνω της ή ο Τραϊανός της έδενε σιωπηλά το μαντήλι στο κεφάλι, και σκεφτόταν πως ίσως ο Θεός να μην βρίσκεται στα θαύματα. Ίσως να βρίσκεται απλώς στους ανθρώπους που μένουν δίπλα σου όταν όλα αρχίζουν να σβήνουν.
Κάποτε, λίγο πριν μπει σε μια εξέταση, είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα στον διάδρομο του νοσοκομείου να κάνει τον σταυρό της αργά, σχεδόν τρυφερά. Τη ζήλεψε εκείνη τη στιγμή. Όχι για την πίστη της. Για την ηρεμία της. Γιατί εκείνη δεν είχε ποτέ ηρεμία. Ακόμα και στις προσευχές της υπήρχε πανικός. Σαν να ήθελε να διαπραγματευτεί με τον Θεό. «Πάρε οτιδήποτε άλλο, αλλά άφησέ με να δω το παιδί μου να μεγαλώνει». Ίσως όλες οι προσευχές των μανάδων να είναι τελικά ίδιες. Ένας διαρκής φόβος μην τελειώσει ο χρόνος πριν προλάβουν να αγαπήσουν αρκετά.
Κάποτε περνούσε μπροστά από καθρέφτες και έλεγε «φτου να φύγω». Δεν πίστεψε ποτέ πραγματικά ότι είναι όμορφη. Είναι παράξενο, έτσι; Μια ολόκληρη χώρα να κοιτά το σώμα σου κι εσύ να αισθάνεσαι ακόμη εκείνο το κορίτσι που δεν είχε αυτοπεποίθηση. Μπορεί γι’ αυτό δεν μέθυσε ποτέ ολοκληρωτικά από τη δημοσιότητα. Βαθιά μέσα της παρέμεινε ένα παιδί που ήθελε απλώς να αγαπηθεί χωρίς όρους. Και τελικά ο καρκίνος αυτό κάνει. Σε γυρίζει βίαια στο πιο αληθινό σημείο σου. Εκεί όπου δεν έχει σημασία αν υπήρξες ποθητή, διάσημη ή όμορφη. Σημασία έχει μόνο ποιος μένει δίπλα σου όταν φοβάσαι.
Υπήρχαν μέρες που η Βικτώρια ερχόταν και ακουμπούσε το μικρό της χέρι πάνω της χωρίς να ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει. Και αυτό το χέρι είχε μεγαλύτερη δύναμη από όλες τις θεραπείες του κόσμου. Μερικές φορές τη νύχτα καθόταν δίπλα στο κρεβάτι της και την κοιτούσε να κοιμάται. Προσπαθούσε να απομνημονεύσει κάθε λεπτομέρεια. Τον τρόπο που ανάσαινε. Τον τρόπο που μάζευε τα πόδια της. Το μικρό της στόμα. Σαν να φοβόταν ότι ο χρόνος ετοιμάζεται να της τα κλέψει όλα. Η μητρότητα είναι αυτό τελικά: ένας πανικός αγάπης που δεν τελειώνει ποτέ.
Κι όταν ο καρκίνος επέστρεψε, κατάλαβε κάτι πολύ σκληρό. Ότι κάποια στιγμή ο άνθρωπος κουράζεται να πολεμά. Όχι επειδή δεν αγαπά τη ζωή. Αλλά επειδή η μάχη αρχίζει να γίνεται ολόκληρη η ζωή του. Οι άνθρωποι αγαπούν πολύ να λένε τη λέξη «μαχήτρια». Δεν ξέρουν πόσο εξαντλητικό είναι να σε χρειάζονται πάντα δυνατή. Υπήρχαν νύχτες που δεν ήθελε να είναι γενναία. Ήθελε μόνο να ξαπλώσει δίπλα στο παιδί της και να αποκοιμηθεί χωρίς φόβο. Σαν μια απλή γυναίκα. Όχι σαν σύμβολο αντοχής.
Τώρα που όλα γίνονταν πιο ήσυχα μέσα της, δεν ήξερε αν φοβόταν τόσο τον θάνατο. Φοβόταν μόνο τη στιγμή που η κόρη της θα τη χρειαστεί και δεν θα μπορεί να της απαντήσει. Γι’ αυτό προσευχόταν ακόμα. Όχι να σωθεί πια. Αλλά να μείνει κάτι από την αγάπη της επάνω της όταν θα λείπει. Σαν χέρι στον ώμο της. Σαν ανάσα μέσα στον ύπνο της. Σαν μια αόρατη παρουσία που θα της ψιθυρίζει πως κάποτε υπήρξε μια γυναίκα που την αγάπησε τόσο πολύ, ώστε ακόμα και μπροστά στον θάνατο δεν έπαψε να παρακαλά τον Θεό μόνο για εκείνη.
Αναπαύσου εν Ειρήνη και στο Φως, Γωγώ.

















