Λίνα Μενδώνη:Η τελετουργία της επανάληψης και η πολιτική του πολιτιστικού κενού

Newsroom

Μια συνέντευξη ως καθρέφτης της πολιτιστικής ακινησίας

Παρακολούθησα ολόκληρη την 27λεπτη συνέντευξη της Λίνας Μενδώνη στον Άγγελο Μοσχονά του iefimerida. Μια εικοσιεπτάλεπτη τελετουργία ανακύκλωσης, όπου δεν προσφέρεται τίποτε απολύτως νέο, ούτε ως πληροφορία ούτε ως πολιτιστική στρατηγική.

Όλη η αφήγηση λειτουργεί ως ένα παρατεταμένο προεκλογικό σποτάκι, ένα άτυπο «ψηφίστε ξανά αυτή την κυβέρνηση για να συνεχίσω να είμαι υπουργός Πολιτισμού για άλλα οκτώ χρόνια», ένα μονόλογο που επενδύει στην κόπωση του ακροατή ώστε να εκληφθεί η επανάληψη ως συνέπεια και η αδράνεια ως σταθερότητα. Πρόκειται για εκείνη την ιδιότυπη πολιτική της ακινησίας που μεταμφιέζεται σε επιτελεστική αποτελεσματικότητα, όπου η ίδια πρόταση, επαναλαμβανόμενη ad nauseam, παρουσιάζεται ως «πρόοδος».

Πάμε λοιπόν…

Στην ανακοίνωση ότι το Ηρώδειο «οριστικώς» κλείνει για τρία χρόνια, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στην εύκολη ομολογία καταπόνησης ενός μνημείου που έχει χρησιμοποιηθεί υπερβαίνοντας τη λογική της προστασίας του, αλλά στο ανομολόγητο: ότι κανείς πλέον δεν πιστεύει πως η τριετής αναστολή δεν θα διαρραγεί από εκείνα τα ακαριαία, αδιαφανή, quasi-ιδιωτικά διαλείμματα που, ως γνωστόν, λειτουργούν ως ανεπίσημο προνόμιο ορισμένων κύκλων τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια.

Η επίσημη υπόσχεση περί «ολικού κλεισίματος» φαντάζει περισσότερο ως μια ρητορική επιτέλεση παρά ως πραγματική δέσμευση, διότι το ίδιο το κράτος έχει μάθει να λειτουργεί με ένα διπλό ημερολόγιο: στη μία σελίδα οι αυστηρές ανακοινώσεις περί αναστήλωσης, στην απέναντι οι παραχωρήσεις για events που δοκιμάζουν την ίδια την έννοια δημόσιου πολιτιστικού αγαθού.

Το Ελληνικό Φεστιβάλ, λοιπόν, καλείται να διαχειριστεί όχι μόνο την απουσία χώρου αλλά και την σκιά της υποψίας ότι το εμβληματικό του θέατρο έχει πλέον εξοικειωθεί με μια υβριδική μορφή «αποδημοκρατισμένης» χρήσης —μιας χρήσης που υπονομεύει το κύρος της ίδιας της πολιτιστικής πολιτικής.

Η υπόθεση του Τατοΐου, παρότι παρουσιάζεται ως «εμβληματικό έργο», συνεχίζει να κινείται στον παράδοξο άξονα ενός κράτους που αναστηλώνει χωρίς να εξηγεί.

Η μετατροπή του ιστορικού πυρήνα σε «πυρήνα αναψυχής, πολιτισμού και ελαφρών αθλοπαιδιών» μοιάζει με άσκηση ευφημισμού, καθώς αποσιωπά τον βασικότερο όρο της ιστορίας του κτήματος: τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η βασιλική παρουσία συγκροτούσε έναν θεσμικό μηχανισμό ταξικής ορατότητας και εθνικής μυθολογίας.

Κανείς δεν τολμά να μιλήσει για το πώς το μουσείο του ανακτόρου θα συνομιλήσει με το ίδιο του το παρελθόν, αν θα αναγνωρίσει το βάρος της μοναρχικής εξουσίας ή αν θα ακολουθήσει το γνώριμο μοτίβο «σκηνογραφικής ουδετεροποίησης», όπου η ιστορία λειαίνεται, απογυμνώνεται, γίνεται τουριστική αφήγηση.

Το Τατόι υπόσχεται «νέα εποχή», αλλά η απουσία σαφούς ιστορικής ερμηνείας καταδεικνύει μια πολιτιστική πολιτική που δεν αντέχει να κοιτάξει στα μάτια τα ίδια της τα τραύματα.

Όσο για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, η επωδός περί «μεθοδικής εργασίας» και «εξαιρετικά λεπτών συνομιλιών» ανακυκλώνει μια γνωστή φαντασίωση: ότι η επανένωση μπορεί να συμβεί σε επίπεδο τεχνοκρατικών επαφών, μεταξύ υπουργών ή επιτροπών, λες και πρόκειται για ζήτημα εμπορικής αδείας.

Η διεθνής πραγματικότητα, όμως, παραμένει αμείλικτη: το κορυφαίο έκθεμα του Βρετανικού Μουσείου —και μαζί το ισχυρότερο συμβολικό κεφάλαιο της βρετανικής αποικιακής αφήγησης— δεν πρόκειται να μετακινηθεί οικειοθελώς, όσο η υπόθεση δεν αναβαθμίζεται στο μόνο επίπεδο όπου οι μετατοπίσεις ισχύος μπορούν να παραχθούν.

Δηλαδή στη συνάντηση αρχηγών κρατών: Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Έλληνα Πρωθυπουργού και Βασιλιά Καρόλου.

Το να μένει η συζήτηση τόσα χρόνια σε επίπεδο υπουργικό δεν δηλώνει απλώς διπλωματική ευγένεια, δηλώνει ακριβώς την αναγνώριση από τη βρετανική πλευρά ότι «παίζουμε» σε χώρο όπου εκείνη κρατά όλους τους θεσμικούς μοχλούς.

Η Ελλάδα περιμένει θαύματα από ένα τραπέζι διαλόγου που δεν έχει ποτέ μεταφερθεί εκεί όπου πραγματικά λαμβάνονται αποφάσεις —κι αυτό, ασφαλώς, είναι μια πολιτιστική ψευδαίσθηση άξια μελέτης.

Έτσι, οι τρεις υποθέσεις —Ηρώδειο, Τατόι, Γλυπτά— συγκροτούν μια ενιαία εικόνα πολιτιστικής διακυβέρνησης που λειτουργεί σχεδόν απολογητικά προς την ίδια της την αδυναμία: μια διαχείριση που επικαλείται χρονοδιαγράμματα και «σύστημα», την ώρα που αποφεύγει να αγγίξει τις δύο μεγάλες πληγές του νεοελληνικού κράτους: την απουσία στρατηγικής κυριαρχίας επί των μνημείων και την αδυναμία άρθρωσης ιστορικής αλήθειας.

Αυτή η επιμονή στη ρητορική των τεχνικών λεπτομερειών θυμίζει, πράγματι, τα «οικεία κακά» που η ίδια η υπουργός αποδίδει αλλού, μόνο που εδώ τα οικεία κακά είναι προϊόν μιας πολιτικής η οποία δεν συζητά με την Ιστορία, αλλά την σκηνοθετεί.

https://www.iefimerida.gr/…/oi-eidiseis-poy-ebgale-i…

Μάνος Λαμπράκης

spot_img
spot_img

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ