Αντώνης Σαμαράς: Η πολιτική ως στάση, ρήξη και χαρακτήρας μιας γενιάς

Newsroom

Παρατηρείται μια παράξενη, σχεδόν υπόγεια ταύτιση ανάμεσα στη βιογραφία μιας γενιάς και στη δημόσια διαδρομή ορισμένων πολιτικών προσώπων. Όχι απαραίτητα με την έννοια της κομματικής ένταξης ή της εκλογικής προτίμησης, αλλά με την έννοια του συμβολικού προτύπου: του τρόπου με τον οποίο ένα πρόσωπο λειτουργεί ως εσωτερικός άξονας νοηματοδότησης για ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα σε περιβάλλοντα πόλωσης, κραυγής, υπεραπλούστευσης. Πολλοί από εμάς γεννηθήκαμε περίπου τη στιγμή που ο Αντώνης Σαμαράς εισερχόταν στην ενεργό πολιτική. Και για μια μερίδα παιδιών, ιδίως στην Κρήτη των τελών της δεκαετίας του ’80 και των αρχών του ’90, η παρουσία του δεν λειτούργησε ως συνέχεια της πόλωσης, αλλά ως ρήγμα μέσα της.

Η Κρήτη εκείνων των χρόνων υπήρξε ένα εργαστήριο πολιτικών παθών. Από τη μία, το «χαρισματικό», λαϊκό, πολιτικό σώμα του Ανδρέα Παπανδρέου και από την άλλη, ο ψυχρός, πατριαρχικός, θεσμικός ορθολογισμός του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Δεν επρόκειτο απλώς για δύο πολιτικές επιλογές, αλλά για δύο τρόπους ύπαρξης μέσα στον κόσμο: δύο γλώσσες, δύο μορφές εξουσίας, δύο εκδοχές του πατρικού συμβολικού. Για έναν νέο άνθρωπο που δεν ήθελε να καθρεφτιστεί ούτε στη μέθη του πλήθους ούτε στην ψυχρή διαχείριση, ο χώρος αυτός ήταν αποπνικτικός.

Και ακριβώς εκεί εμφανίζεται ο Σαμαράς όχι ως τρίτος πόλος με εκλογικούς όρους, αλλά ως μορφή ασυμβίβαστη. Δεν ενσάρκωσε ούτε τη λατρευτική σχέση του λαού με τον ηγέτη ούτε την τεχνοκρατική υποκατάσταση της πολιτικής από τη διαχείριση. Λειτούργησε, για όσους τον παρακολουθούσαν και τον ψήφισαν ή και για όσους χωρίς να χρειάστηκε να τον ψηφίσουν, ως υπόδειγμα ενός πολιτικού που αναλαμβάνει ρίσκο χωρίς να μετατρέπει το ρίσκο σε θέαμα. Κι αυτό, σε μια κοινωνία εθισμένη στην υπερβολή, είχε τεράστια σημασία.

Αυτό που ενδιαφέρει πάντα δεν είναι αν μια επιλογή δικαιώθηκε άμεσα ή αν απέτυχε τακτικά. Εκείνο που έχει σημασία είναι τι είδους πολιτικό υποκείμενο συγκροτείται. Ο Σαμαράς ανέδειξε έναν τύπο πολιτικού που δεν αντιλαμβάνεται την εξουσία ως γραμμική ανέλιξη, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης με κόστος. Δεν ζήτησε την ειρήνη της συναίνεσης ούτε την ασφάλεια της υποταγής. Δέχθηκε, αντιθέτως, την απώλεια θέσεων, την απομόνωση, τη στοχοποίηση (όχι ως ατύχημα), αλλά ως συνέπεια μιας στάσης.

Κι εδώ αρχίζει και η ουσιαστική πολιτική του δικαίωση. Γιατί η μεγάλη τομή δεν ήταν ότι διαφώνησε. Ήταν ότι δεν διαφώνησε υπόγεια. Δεν αποσύρθηκε σιωπηλά, δεν αντάλλαξε τη διαφωνία με μελλοντική υπόσχεση. Έθεσε το σώμα του στην πολιτική σύγκρουση, και μάλιστα σε ένα πεδίο, την εξωτερική πολιτική, το οποίο η μεταπολίτευση είχε ήδη αρχίσει να αποπολιτικοποιεί, να το παραδίδει σε τεχνικούς όρους και κλειστά δωμάτια.

Στην υπόθεση της Μακεδονίας, ανεξαρτήτως σημερινών τοποθετήσεων, συνέβη κάτι που δεν είχε προηγούμενο: η εξωτερική πολιτική επανεμφανίστηκε ως πεδίο λαϊκής στράτευσης. Αυτό δεν ήταν ούτε λαϊκισμός ούτε εθνικιστική υπερβολή per se. Ήταν η επιστροφή του πολιτικού υποκειμένου σε έναν χώρο που του είχε αφαιρεθεί. Ο Σαμαράς δεν διαχειρίστηκε το ζήτημα ως «τεχνικό» πρόβλημα, αλλά ως ζήτημα ταυτότητας, συνέχειας και ιστορικής αυτοαντίληψης. Και γι’ αυτό πλήρωσε.

Πολιτικά, αυτό τον δικαιώνει εκ των υστέρων με έναν τρόπο βαθύτερο από την απλή επαλήθευση θέσεων. Τον δικαιώνει επειδή έσπασε τον κανόνα της άνευ όρων κομματικής πειθαρχίας. Επειδή έδειξε ότι η πολιτική δεν είναι μόνο τέχνη της επιβίωσης, αλλά και τέχνη της ρήξης. Και κυρίως επειδή υπενθύμισε ότι υπάρχουν στιγμές όπου η παραμονή στην εξουσία δεν είναι επιτυχία, αλλά ήττα.

Για τη γενιά μας (ιδίως για όσους μεγάλωσαν μακριά από τα αθηναϊκά κέντρα) αυτό μεταφράστηκε όχι σε ηρωοποίηση, αλλά σε εσωτερικό μέτρο. Στο ότι μπορείς να βρίσκεσαι μέσα σε έναν μηχανισμό χωρίς να του ανήκεις ολοκληρωτικά. Στο ότι μπορείς να φύγεις χωρίς να εξαφανιστείς. Στο ότι η πολιτική στάση δεν εξαντλείται στη νίκη, αλλά αποκαλύπτεται στη στιγμή της απώλειας. Δεν είναι τυχαία η φιλία του με τον Οδυσσέα Ελύτη και βέβαια η συμπόρευση του στην Πολιτική Άνοιξη με τον Ανδρέα Λεντάκη.

Η μετέπειτα πορεία του επιβεβαίωσε αυτή τη διάσταση. Πολλές από τις θέσεις για τις οποίες λοιδορήθηκε στην οικονομία, στην ενέργεια, στη γεωπολιτική, επανήλθαν αργότερα ως αυτονόητες. Όχι επειδή «είχε δίκιο», αλλά επειδή είδε νωρίτερα. Και η πρόωρη όραση, στην πολιτική, σπάνια ανταμείβεται εγκαίρως. Συνήθως πληρώνεται με ειρωνεία, απομόνωση, απαξίωση.

Υπάρχει και κάτι ακόμη που βαραίνει σιωπηλά την εικόνα: μια εσωτερική συστολή, μια αποφυγή του θορύβου, μια γνώση ότι υπάρχουν απώλειες που δεν μετατρέπονται σε επιχείρημα. Αυτή η σιωπή λειτουργεί ως όριο. Κι ένα πολιτικό πρόσωπο που γνωρίζει το όριό του είναι σπανιότερο και από τον πιο «επιτυχημένο» δημοσκοπικά πολιτικό.

Αν αυτό το κείμενο είναι μια καταγραφή του τρόπου με τον οποίο μια γενιά έμαθε να σκέφτεται την πολιτική, τότε ο Σαμαράς δεν εμφανίζεται ούτε ως μύθος ούτε ως θύμα. Εμφανίζεται ως σημείο αναφοράς: ως η απόδειξη ότι μέσα στην πόλωση μπορεί να υπάρξει στάση χωρίς υστερία. Ότι μέσα στη σύγκρουση μπορεί να υπάρξει αξιοπρέπεια.
Ότι η πολιτική δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά ο τρόπος, το κόστος και η μνήμη.

Και γι’ αυτό, σήμερα, ας ευχηθούμε χρόνια πολλά στον Αντώνη Σαμαρά και στην οικογένεια του, γιατί εξακολουθεί να θυμίζει ότι η πολιτική, πριν γίνει εξουσία, είναι χαρακτήρας.

Μάνος Λαμπράκης

spot_img
spot_img

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ