Σχεδόν στο σύνολο του κυριακάτικου Τύπου, πίσω από τις επιμέρους τονικότητες, τις διαφορετικές πολιτικές στοχεύσεις και τις ποικίλες εικονογραφικές οικονομίες, επανέρχεται με αξιοσημείωτη επιμονή ένα γεγονός που η κυβερνητική εξουσία θα επιθυμούσε να έχει ήδη υποβιβασθεί σε αδρανές υπόλειμμα της επικαιρότητας: το σκάνδαλο των υποκλοπών ούτε παρήλθε ούτε εξουδετερώθηκε ούτε αφομοιώθηκε από τη συνήθη τεχνική της πολιτικής λήθης.
Αντιθέτως, επιστρέφει ως επίμονο σύμπτωμα ενός βαθύτερου εκτροχιασμού του κρατικού ήθους.
Και στο επίκεντρο αυτής της νέας επανεμφάνισης βρίσκεται ο Αντώνης Σαμαράς, όχι πλέον ως απλή εσωτερική δυσφορία ενός κυβερνητικού παρελθόντος, αλλά ως διαγραμμένος πρώην πρωθυπουργός της Νέας Δημοκρατίας και ήδη ανεξάρτητος βουλευτής, δηλαδή ως ένα πρόσωπο στο οποίο συμπυκνώνεται η ίδια η αποτυχία του μητσοτακικού συστήματος να διαχειρισθεί τα εσωτερικά του όρια.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η κρίσιμη πολιτική ειρωνεία: ένα καθεστώς που επένδυσε συστηματικά στην αυτοπαρουσίασή του ως υποδείγματος θεσμικής πειθαρχίας, διοικητικής ορθολογικότητας και επιτελικής επάρκειας, βρίσκεται τώρα εκτεθειμένο από μια υπόθεση η οποία φανερώνει ότι στον πυρήνα του δεν εγκαθιδρύθηκε πρωτίστως μια ανώτερη μορφή διακυβέρνησης, αλλά μια τεχνολογία καχυποψίας, επιτήρησης και αδιαφανούς ελέγχου.
Ο Σαμαράς, υπό αυτή την έννοια, δεν συνιστά μια απλή παράμετρο του ζητήματος, αλλά εκείνο το όνομα που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συσκότιση του ίδιου του ζητήματος. Γιατί όσο η υπόθεση αφορούσε δημοσιογράφους, πολιτικούς αντιπάλους ή άλλες φιγούρες που η κυβερνητική ρητορική μπορούσε να τοποθετήσει στη βολική κατηγορία των «ενοχλητικών», των «τοξικών» ή των εξωτερικών απειλών, το Μαξίμου διέθετε πάντοτε ένα προβλέψιμο οπλοστάσιο υπεκφυγών: επίκληση του απορρήτου, παραγωγή νομικής ασάφειας, διοικητική αμνησία, ηθικολογική αντιστροφή των όρων της συζήτησης.
Με τον Σαμαρά, όμως, αυτή η μεθοδολογία καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής. Γιατί εδώ δεν αναδύεται μια εξωτερική εχθρότητα, αλλά μια εσωτερική μαρτυρία του ίδιου του συστήματος περί της φύσεώς του. Ένας πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και πρώην πρωθυπουργός δεν μπορεί να ενταχθεί πειστικά στην κατηγορία του ξένου σώματος. Και γι’ αυτό ακριβώς η υπόθεση των υποκλοπών παύει να αναγιγνώσκεται μόνο ως σκάνδαλο δημοκρατικής εκτροπής και μετασχηματίζεται συγχρόνως σε σκάνδαλο εσωτερικής αποσύνθεσης της κυβερνητικής εξουσίας.
Εκείνο που αποκαλύπτεται δεν είναι απλώς η ύπαρξη παρακολουθήσεων, αλλά η εγκατάσταση μιας μορφής διακυβέρνησης τόσο εθισμένης στην προληπτική καχυποψία και στον συγκεντρωτικό έλεγχο, ώστε να αδυνατεί πλέον να διακρίνει με πολιτική νηφαλιότητα τη διαφορά ανάμεσα στον αντίπαλο, τον συνομιλητή, τον σύμμαχο και τον εσωτερικό συγγενή της παράταξης. Αυτό ακριβώς είναι το βαθύτερο σημείο χρεοκοπίας του λεγόμενου επιτελικού κράτους: ότι πίσω από το λεξιλόγιο του ορθολογισμού και της αποτελεσματικότητας αποκαλύπτεται μια εξουσία που, ακριβώς επειδή εμπιστεύεται όλο και λιγότερο, αισθάνεται την ανάγκη να ακούει όλο και περισσότερο.
Μόνο ως ύστερο επακόλουθο αυτού του κλίματος ασφυξίας εισέρχεται πλέον και η συζήτηση περί πρόωρων εκλογών. Όχι ως ένδειξη θεσμικής γενναιοδωρίας ή ως ειλικρινής προσφυγή στη λαϊκή κυριαρχία, αλλά ως πιθανή τεχνική διαφυγής προς τα εμπρός, πριν η πολιτική σημασία των αποκαλύψεων αποκτήσει μη αναστρέψιμο χαρακτήρα. Αν το σκάνδαλο των υποκλοπών, σε συνδυασμό με την ενεργειακή και πετρελαϊκή πίεση, λειτουργήσει ως επιταχυντής εκλογικών εξελίξεων, τότε δεν θα πρόκειται για μια ουδέτερη δημοκρατική κίνηση, αλλά για την απόπειρα μιας τραυματισμένης εξουσίας να ανανεώσει τη νομιμοποίησή της προτού λογοδοτήσει πλήρως για τον τρόπο με τον οποίο άσκησε την προηγούμενη.
Να μετατεθεί η ατζέντα πριν παγιωθεί η μνήμη του σκανδάλου.
Να ζητηθεί εκ νέου πολιτική εμπιστοσύνη πριν αποδοθούν ευθύνες για την ήδη ασκηθείσα εξουσία.
Να παρουσιαστεί ως «σταθερότητα» εκείνο που μπορεί να είναι απλώς ο πανικός μιας εξουσίας αντιμέτωπης με τα ίδια της τα ίχνη.
Κι εδώ έγκειται και η ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα του Σαμαρά για το Μαξίμου: όχι απλώς στο ότι περιπλέκει τους συσχετισμούς, αλλά στο ότι το όνομά του λειτουργεί ως αδιάψευστη ένδειξη πως το σύστημα των υποκλοπών δεν στράφηκε μόνο εναντίον των απέναντι. Διείσδυσε στο ίδιο το εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης και αποκάλυψε, με τρόπο σχεδόν εμβληματικό, ότι αυτή η εξουσία δεν κυβερνούσε μόνο με αλαζονεία, αλλά και με διάχυτη καχυποψία απέναντι ακόμη και προς τους δικούς της. Αυτό είναι, τελικά, το βαρύτερο πολιτικό της εσωτερικό στίγμα.
















