Από τους Δελφούς, λοιπόν, από το πλέον βολικό σκηνικό για να ακουστεί η μεταφυσική της ελληνικής πολιτικής αυταπάτης, ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να μιλήσει για «κανονική χώρα», για παραίτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και για την ανάγκη επιστροφής της κανονικότητας και της σταθερότητας.
Το ίδιο πρόσωπο που σήμερα αυτοπαρουσιάζεται ως εγγυητής θεσμικής σοβαρότητας, εμφανίστηκε εκεί δηλώνοντα μιας «κυβερνώσας Αριστεράς». Η ειρωνεία δεν είναι απλώς εμφανής. Είναι σχεδόν υλική, σαν να έχει αποκτήσει σώμα και να περιφέρεται ανάμεσα στα πάνελ του Φόρουμ των Δελφών.
Ποιος μιλάει τώρα;
Ο ίδιος πολιτικός που έχτισε την πιο εντυπωσιακή σκηνική σύνθεση αντιμνημονιακής καταγγελίας για να καταλήξει στον πιο βίαιο ρεαλισμό υποταγής;
Ο ίδιος άνθρωπος που ανήλθε στην εξουσία ως δήθεν ρήγμα και κατέληξε να λειτουργήσει ως ο κατεξοχήν σκηνοθέτης της ελληνικής κωλοτούμπας, δηλαδή της μετατροπής της οργής σε διαχείριση και της διαχείρισης σε ηθικό πλεονέκτημα;
Το πρόβλημα δεν είναι ότι άλλαξε.
Στην πολιτική όλοι αλλάζουν.
Το πρόβλημα είναι ότι εξακολουθεί να μιλά σαν να μην άφησε πίσω του κανένα ίχνος από όσα έκανε.
Ας θυμηθούμε τη σκηνοθεσία της πρώτης ημέρας.
Ο άνθρωπος που ορθώς ή μη θέλησε να διαφοροποιηθεί από τη θρησκευτική τελετουργία της εξουσίας έδωσε πολιτικό όρκο, αλλά αμέσως μετά μετέβη στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Κι ύστερα ως πρώτη πράξη του ως πρωθυπουργού, μετέβη στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής για ένα υψηλού συμβολισμού προσκύνημα στη μνήμη των 200 εκτελεσμένων. Και μετά παρέλαβε τα κλειδιά του Μεγάρου Μαξίμου, όχι βέβαια από τον Αντώνη Σαμαρά, οποίος δεν είχε ενημερωθεί για όλη αυτή την πρωτοφανή σκηνοθεσία αλλά από τον διευθυντή του γραφείου του απελθόντα Πρωθυπουργού Κώστα Μπούρα, ο οποίος και ενημέρωσε τον διευθυντή του γραφείου του Αλέξη Τσίπρα.
Όλα αυτά παρουσιάστηκαν ως ρήξη, ενώ στην πραγματικότητα συγκροτούσαν ήδη μια εξαιρετικά μελετημένη εικονογραφία εξουσίας: και πολιτικός όρκος, και εκκλησιαστική συνεννόηση, και αντίσταση, και εθνικό συναίσθημα, όλα μαζί στο ίδιο κάδρο.
Και βεβαίως, ας μην κάνουμε πως ξεχάσαμε και τον κυβερνητικό του συνεταιρισμό. Η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συγκροτήθηκε με τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου, δηλαδή με μια δεξιόστροφη, εθνικολαϊκή δύναμη, γεγονός που ήδη τότε έδειχνε ότι ο περιώνυμος ηθικός διαχωρισμός ανάμεσα στο «παλιό» και στο «νέο» ήταν πολύ πιο εύκαμπτος απ’ όσο διαφημιζόταν.
Όταν, λοιπόν, ο ίδιος άνθρωπος έρχεται σήμερα να νουθετήσει τη χώρα περί θεσμικής ευπρέπειας, έχει ενδιαφέρον να θυμόμαστε ότι η δική του πολιτική σχολή δεν δίστασε καθόλου να συναρμοστεί με τον Καμμένο προκειμένου να καταλάβει και να διατηρήσει την εξουσία.
Και έπειτα υπάρχει το μεγάλο πολιτικό θαύμα της λέξης «Όχι». Στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 το «Όχι» επικράτησε με 61,3%. Λίγες ημέρες αργότερα, η κυβέρνησή του κατέληξε σε συμφωνία διάσωσης με ακόμη σκληρότερους όρους από εκείνους που είχαν μόλις απορριφθεί στην κάλπη.
Εδώ δεν είχαμε απλώς μια τακτική αναδίπλωση, όπως συνηθίζουν να λένε οι επιεικείς. Είχαμε το κλασικό υπόδειγμα μιας εξουσίας που χρησιμοποίησε τη λαϊκή ετυμηγορία ως δραματικό μηχανισμό πίεσης και στη συνέχεια τη μετέτρεψε σε αντίθετο πολιτικό περιεχόμενο. Από εκεί και πέρα, κάθε μεταγενέστερη επίκληση «κανονικότητας» από τον Αλέξη Τσίπρα ακούγεται αναπόφευκτα σαν μεταμοντέρνα παρωδία αυτοαθώωσης.
Γι’ αυτό και η σημερινή του αγανάκτηση για τον Μητσοτάκη δεν είναι ακριβώς αδικαιολόγητη. Είναι, όμως, ιστορικά αφοπλισμένη.
Στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά άσχημα. Είναι και ποιος νομίζει ότι μπορεί να επιστρέφει ως άσπιλος κριτής αφού ο ίδιος έχει διδάξει, με σχεδόν εργαστηριακή καθαρότητα, πώς η αντισυστημική ρητορεία μετατρέπεται σε συστημικό κυνισμό μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Όταν λοιπόν από τους Δελφούς ακούγεται η φράση «σε μια κανονική χώρα», το ερώτημα δεν είναι μόνο αν αφορά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το ερώτημα είναι αν την εκφέρει κάποιος που συνέβαλε όσο λίγοι στην απορρύθμιση της ίδιας της έννοιας του πολιτικού λόγου στην Ελλάδα.
Υ. Γ. Είναι σχεδόν ασεβές να εκφωνείται το κήρυγμα της θεσμικής ντροπής από έναν πολιτικό που κυβέρνησε με τον Καμμένο, ενημέρωσε πρώτα τον Ιερώνυμο, φωτογραφήθηκε στην Καισαριανή και ύστερα μετέτρεψε το «Όχι» σε «Ναι». Όχι επειδή δεν δικαιούται να ασκεί κριτική, αλλά επειδή η μνήμη δεν είναι ντεκόρ. Και η χώρα έχει χορτάσει από σκηνοθέτες που, αφού πρώτα έγραψαν το έργο της εξαπάτησης, επιστρέφουν έπειτα ως αυστηροί κριτικοί της παράστασης.












![Η ευλογία του Αγίου Γεωργίου στην Πάστρα – Μια ημέρα πίστης και χαράς στο μικρό ξωκλήσι[pics]](https://kefaloniafocus.com/wp-content/uploads/2026/04/IMG_1682-100x70.jpeg)


