Τα τελευταία χρόνια, ο Γιάννης Μπέζος παρουσιάζεται σχεδόν ως «ηθικός φάρος» της δημόσιας ζωής: μια μετρημένη φωνή, ένας δήθεν σταθερός καθρέφτης σοβαρότητας και ορθής κρίσης. Στην πραγματικότητα, αναπαράγει μια σειρά από βαρύγδουπες κοινοτοπίες που πλασάρονται ως «αλήθειες». Η δημοφιλία του —όποια κι αν είναι— δεν θα απασχολούσε κανέναν ιδιαίτερα, αν δεν έμπαινε στο ίδιο κάδρο με τον πρωθυπουργό.
Σε εποχές ευημερίας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης, η συνύπαρξη καλλιτεχνών και πρωθυπουργών θα ήταν απλώς μια πολιτιστική νότα. Σήμερα, όμως, σε μια χώρα που ασφυκτιά από ακρίβεια, φθορά, θεσμική υπονόμευση και αυταρχισμό, η παρουσία ενός καλλιτέχνη δίπλα στον πρωθυπουργό δεν είναι πολιτιστικό γεγονός. Είναι πολιτική πράξη —είτε το θέλει είτε όχι.
Ο Μπέζος δεν «έκανε μια κουβέντα».
Ο Μπέζος έγινε η βιτρίνα μιας εξουσίας που έχει χάσει τη νομιμοποίησή της.
Το σόου στο οποίο συμμετείχε —διότι σόου ήταν— προβλήθηκε ως δημόσιος διάλογος. Στην ουσία, ήταν μια τελετουργική προσπάθεια εξαγνισμού μιας κυβέρνηση που βυθίζεται σε σκάνδαλα, διαρροές και εσωτερικές ρωγμές. Μια προσπάθεια να επανασυσταθεί το προφίλ της με αισιόδοξο περιτύλιγμα, την ώρα που η κοινωνία βιώνει την πραγματικότητα ακριβώς αντίστροφα.
Αν κάποιος το έβλεπε χωρίς ήχο, θα νόμιζε ότι παρακολουθεί μια γιορτή αυτοπεποίθησης. Με ήχο, αποκαλυπτόταν κάτι άλλο: η αγωνία μιας εξουσίας που τρέμει κάτω από το χαμόγελο. Στο φόντο, η σκιά ενός πιθανού νέου κόμματος Σαμαρά λειτούργησε σαν αόρατος τρίτος συνομιλητής. Κάθε φράση του πρωθυπουργού ήταν μια άσκηση άμυνας απέναντι στη δική του παράταξη.
Παράλληλα, η πορεία των δικογραφιών προς τη Βουλή —και η κοινωνική συνειδητοποίηση ότι η διαφθορά δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί επικοινωνιακά— μετέτρεψε το σόου σε μια προσπάθεια εκτροπής της συζήτησης από τα πραγματικά κρίσιμα θέματα.
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα εμφανίστηκε ο Μπέζος, όχι ως καλλιτέχνης, αλλά ως σύμπτωμα. Ένας άνθρωπος που μοιάζει να έχει πειστεί ότι εκπροσωπεί τον συλλογικό νου, ότι δικαιούται να μιλά με ηθική βαρύτητα. Όμως η σοβαροφάνειά του δεν γεμίζει το πολιτικό κενό· απλώς του δίνει διακόσμηση. Προσφέρει στο αφήγημα της κυβέρνησης μια επίφαση καλλιέργειας, επιτρέποντας στον πρωθυπουργό να φορέσει τον ρόλο του «διανοούμενου ηγέτη». Έναν ρόλο εντελώς ασύμβατο με την πραγματικότητα.
Και δίπλα σε αυτό, ο Σρόιτερ ως «ουδέτερος» συνομιλητής λειτούργησε ως σταθεροποιητής της εικόνας. Όχι τυχαία. Η τηλεοπτική του περσόνα χτίστηκε εδώ και χρόνια γύρω από την ατμόσφαιρα του θεαματικού παρασκηνίου — χαρακτηριστικό παράδειγμα η ξενάγησή του στη Μεγάλη Μασονική Στοά. Έτσι, η παρουσία του στο πολιτικό σόου ήταν φυσική συνέχεια μιας δημοσιογραφίας που υπηρετεί τη γραμμή της εξουσίας.
Το αποτέλεσμα ήταν μια σκηνική αναπαράσταση ενός καθεστώτος που καταρρέει. Η κοινωνία βρίσκεται σε ηθική και πολιτική κόπωση. Οι αποκαλύψεις συσσωρεύονται. Τα εσωκομματικά ρήγματα βαθαίνουν. Η ατμόσφαιρα θυμίζει παλιό θέατρο όπου το βελούδο μυρίζει υγρασία πριν καν αρχίσει η παράσταση.
Κανένα χαμόγελο, κανένας Μπέζος, κανένα επικοινωνιακό τέχνασμα δεν μπορεί να αλλάξει το βασικό γεγονός:
ο κόσμος δεν πείθεται πια.
Το σόου αυτό δεν ήταν δημόσια συζήτηση.
Ήταν μια απόπειρα ανακαίνισης ενός πολιτικού σπιτιού που έχει ήδη χάσει τα θεμέλιά του.
Και όσο οι πρωταγωνιστές προσποιούνταν ότι ζουν μια στιγμή διαύγειας, η κοινωνία παρακολουθούσε με την παγωμένη ειρωνεία εκείνων που έχουν καταλάβει ότι η εξουσία δεν έχει πια τίποτα να προσφέρει — εκτός από το ίδιο το θέαμά της.





![Γενικό Νοσοκομείο Κεφαλονιάς: Ένα εμβληματικό έργο αναβάθμισης των υπηρεσιών υγείας για την κοινωνία[εικόνες&βίντεο]](https://kefaloniafocus.com/wp-content/uploads/2025/11/IMG_1226-696x522.jpeg)








![Με ευλογία, αισιοδοξία και κοινωνική προσφορά η κοπή βασιλόπιτας του Φιλανθρωπικού και Πολιτιστικού Σωματείου «Λυσίππη»[pics&vid]](https://kefaloniafocus.com/wp-content/uploads/2026/01/IMG_2715-100x70.jpeg)