«Τα παιδιά μου, Παναγία μου τα παιδιά μου» – Η συγκλονιστική μαρτυρία του Μάκη Νεόφυτου για τον σεισμό του 1953

Newsroom

Με μια συγκλονιστική ανάρτηση, ο Μάκης Νεόφυτος ανασύρει από τη μνήμη μια οικογενειακή ιστορία από τις πιο δραματικές στιγμές που έζησε η Κεφαλονιά: τον καταστροφικό σεισμό του Αυγούστου του 1953.

Μέσα από την αφήγησή του ζωντανεύει η ιστορία της νόνας του, της Ελένης, μιας μάνας που την ώρα του μεγάλου σεισμού βρισκόταν στον κάμπο, ενώ τα τρία παιδιά της, η Ρένα, ο Μιχάλης και ο Κώστας, βρίσκονταν στο σπίτι τους στα Ντομάτα, μαζί με τη νόνα τους, τη Φανή.

Η εικόνα της Ελένης να κρατιέται από τον κορμό μιας πορτοκαλιάς για να μην πέσει, ενώ βλέπει το σπίτι της να καταρρέει και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μετατρέπεται σε έναν σωρό ερειπίων, συγκλονίζει. Και ακόμη πιο δυνατή είναι η περιγραφή της αγωνιώδους διαδρομής της μέσα από τα κατεστραμμένα καντούνια, πάνω από πέτρες και ερείπια, με μία μόνο σκέψη να την οδηγεί: να βρει τα παιδιά της.

Μια ιστορία φόβου, αγωνίας και καταστροφής, αλλά ταυτόχρονα μια ιστορία μητρικής αγάπης, οικογενειακής δύναμης και ανθρώπινης αντοχής. Γιατί μέσα στην απόλυτη καταστροφή, η οικογένεια είχε χάσει το σπίτι και το βιός της, αλλά είχε κερδίσει το πολυτιμότερο: ήταν όλοι ζωντανοί και γεροί.

Και από την επόμενη κιόλας ημέρα ξεκίνησε ο αγώνας για την επιβίωση, για να ξαναστηθεί η ζωή από την αρχή. Οι σκηνές, οι παράγκες, τα λιγοστά αντικείμενα που σώθηκαν από τα ερείπια και οι άνθρωποι που στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον συνθέτουν μια συγκλονιστική εικόνα μιας ολόκληρης εποχής.

Μια αφήγηση που δεν αποτελεί απλώς οικογενειακή ανάμνηση. Είναι ένα μικρό κομμάτι της συλλογικής μνήμης της Κεφαλονιάς, ένας φόρος τιμής στους ανθρώπους που έζησαν τον σεισμό του 1953 και κατάφεραν, μέσα από τα ερείπια, να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.

Η συγκηνητική ανάρτηση του Μάκη Νεόφυτου:

Τον Αύγουστο του 1953 ο μεγάλος σεισμός βρήκε τη νόνα μου την Ελένη στον κάμπο να δουλεύει και τα παιδιά της την Ρένα (Μάνα μου), τον Μιχάλη και τον Κώστα με την νόνα τους την Φανή στο σπίτι τους δίπλα στην Εκκλησιά της Παναγίας στα Ντομάτα.
Ηταν τόσο ισχυρή η δόνηση που η νόνα μου αναγκάστηκε να αγκαλιάσει τον κορμό μιας πορτοκαλιάς για να σταθεί όρθια. Αυτόματα τα μάτια της στράφηκαν πάνω στο χωριό, στο σπίτι της. “Τα παιδιά μου φώναξε”, σπάραξε. Σε δευτερόλεπτα είδε με τα μάτια της το σπίτι της να σωριάζεται. Είδε ντουμάνι σκόνης να ανεβαίνει στον ουρανό και να κρύβει τα πάντα. Άρχισε να τρέχει σαν τρελή φωνάζοντας “τα παιδιά μου, Παναγία μου τα παιδιά μου”. Όταν έφτασε στο χωριό το τοπίο ήταν αγνώριστο. Τα πέτρινα σπίτια δεξιά και αριστερά και οι μάντρες είχαν καταρρεύσει από τον δυνατό σεισμό και το γουλόστρωτο καντούνι που έβγαζε στο σπίτι της ήταν αδιάβατο.
Η νόνα Ελένη σκαρφάλωνε στα ερείπια, έπεφτε σηκωνόταν, έτρεχε, φώναζε παρακάλαγε. “Παναγία μου τα παιδιά μου, Παναγία μου Κυρά μου τα παιδάκια μου, Παναγία μου, Παναγία μου”. Το καντούνι τετρακόσια μέτρα της φάνηκε ολόκληρα χιλιόμετρα. Εφτασε ξεψυχισμένη εκεί που λίγη ώρα πριν ήταν το σπίτι της. Δυσκολεύτηκε να το αναγνωρίσει. Κάποια αγκωνάρια στέκανε μόνο όρθια και παντού πέτρες, σωροί πέτρες.
Μαμά, μαμά άκουσε τις φωνές των παιδιών της και όταν τα είδε και τα τρία στην αγκαλιά της νόνας τους της Φανής γονάτισε, κατέρρευσε.
Είχαν χάσει τα πάντα αλλά είχαν τα πάντα. Ηταν όλοι τους γεροί.
Από την άλλη κιόλας μέρα άρχισε ο αγώνας να ξανασταθούν στα πόδια τους. Κάθε που σταμάταγε η γη να τρέμει σκάβανε στα ερείπια να ξεθάψουν ότι μπορούσαν από το βιός τους. Τις επόμενες μέρες τους στείλανε σκηνές, Στήσανε μια μεγάλη σκηνή και μένανε όλοι μαζί. Η Ελένη με τα τρία παιδιά της, η πεθερά της, οι δύο αδερφές του Μεμά του παπού μου και η οικογένεια του αδερφού του Μήτσου. Έντεκα άτομα σε μια σκηνή. Και δίπλα άλλες σκηνές. Κάθε οικογένεια και σκηνή. Ένα ολόκληρο χωριό σε σκηνές. Και η ζωή συνέχιζε να κυλάει. Πέρασαν κάμποσο καιρό στις σκηνές. Στις σκηνές γιόρτασαν, τραγούδησαν, χόρεψαν, έγιναν γάμοι. Δέθηκαν οι άνθρωποι μεταξύ τους, σαν να αγαπήθηκαν περισσότερο.
Η Ελένη έστελνε τα νέα της οικογένειας και του χωριού στον Μεμά. Υπαγόρευε στην μάνα μου τη Ρένα όλα όσα η ίδια δεν μπορούσε, δεν ήξερε να γράψει και του τα έστελνε.
Πλησίαζε ο χειμώνας και οι σκηνές δεν θα μπορούσαν να προστατεύσουν τον κόσμο. Σιγά – σιγά οι οικογένειες άρχισαν να φτιάχνουν παράγκες για να στεγαστούν. Η Ελένη φρόντισε να μπει και η δική της οικογένεια σε παράγκα πριν φτάσει ο χειμώνας. Σε λίγο καιρό είχαν την δική τους παράγκα. Έφεραν από τα χαλάσματα ότι σώθηκε. Η διπλή κοκέτα της νόνας, η ντουλάπα και το κομό της, η μονή κοκέτα της Ρένας με πληγωμένο- παραμορφωμένο το κεφαλάρι από τα πατερά που πέσανε με τον σεισμό και που κάθε φορά που το κοιτούσε η Ελένη ευχαριστούσε την Παναγία που δεν τους βρήκε ο σεισμός στον ύπνο, το τραπέζι της κουζίνας με τρεις τέσσαρες καρέκλες που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, και ότι μικροπράγματα κατάφεραν να βγάλουν γερά από τα ερείπια.
Η ζωή τους άρχισε να μπαίνει πάλι σε ρυθμό και κάποιος φωτογράφος που πέρασε από εκεί αποθανάτισε στιγμές τους στο καινούριο σπίτι. Η Ελένη είπε στην Ειρήνη να στείλει τις φωτογραφίες στον Μεμά, για να δει, να μάθει…

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ