Η εικόνα ενός πλήθους που συναινεί να περάσει από πύλες ανίχνευσης μετάλλων για να συμμετάσχει στη μυσταγωγία της «επιστροφής» Τσίπρα στο Παλλάς δεν είναι απλώς σημειολογικά αποκαλυπτική, είναι η απογυμνωμένη αλήθεια ενός πολιτικού χώρου που διέλυσε τον ίδιο του τον μύθο.
Το σώμα–πολίτης, εκπαιδευμένο πλέον στη βιοπολιτική ευταξία των αεροδρομικών ελέγχων, αποδέχεται την επιτήρηση ως προϋπόθεση συμμετοχής, παραδίδοντας συμβολικά την ίδια του την αξιοπρέπεια σε μια ουρά που μοιάζει περισσότερο με θύρα εξόδου κινδύνου παρά με είσοδο δημοκρατίας.
Και μέσα σε αυτό το τελετουργικό της αναμονής, οι άνθρωποι συνωθούνται για να ξανακούσουν την ίδια χάβρα υποσχέσεων, την ίδια ανακυκλωμένη ρητορική ενός ηγέτη που συνεχίζει να προσφέρει ένα ετεροχρονισμένο όραμα διασωσμένου έθνους, ενώ στη σκηνή αναπαράγονται οι ίδιες χιλιοφθαρμένες χειρονομίες.
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη πιο σκοτεινά διασκεδαστικό: η ίδια η σημειολογία του ελέγχου, το γεγονός ότι για να περάσει κανείς στην υποτιθέμενη «Ιθάκη» του Τσίπρα —στη γη της επανόδου, της αυτοδικαίωσης, της τεχνητής πολιτικής λύτρωσης— πρέπει πρώτα να ελεγχθεί, να επιβεβαιωθεί ως ακίνδυνος, να αποδείξει ότι το σώμα του δεν φέρει ούτε μέταλλο ούτε ακαταλληλότητα. Η Ιθάκη, δηλαδή, γίνεται προσβάσιμη μόνο σε όσους έχουν ήδη αποβάλει κάθε ίχνος αντίστασης.
Μια Οδύσσεια ανάποδη, όπου ο Οδυσσέας πρέπει πρώτα να περάσει από το μηχάνημα για να του επιτραπεί να παρακολουθήσει το θέαμα της ίδιας του της αυταπάτης.
Στο βάθος, όλη η τελετουργία αποκαλύπτει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ της εποχής Τσίπρα δεν ήταν ποτέ ταξίδι αλλά το αεροδρόμιο.
Και επειδή το θέαμα χρειάζεται πάντοτε θιασώτες, το πλήθος των διασπασμένων μορφωμάτων —όσοι εγκατέλειψαν, όσοι επέστρεψαν, όσοι κρύβονται πίσω από προσωρινά αξιώματα, όσοι πειθαρχούν σε μια ρητορική που δεν πιστεύουν— συρρέει τώρα με ευλαβική προσήλωση στα μηχανήματα ελέγχου.
Μια εικόνα πολιτικής παραδοχής: οι ίδιοι άνθρωποι που κάποτε ορκίζονταν στην ασυμβίβαστη αριστερά αποδέχονται σήμερα τις πύλες ως προθάλαμο της νέας τους πίστης. Και μπροστά τους, στη σκηνή, ο ηγέτης που δεν κουράζεται να επαγγέλλεται την επόμενη «επανεκκίνηση» —προϊόν εισαγωγής από Γάλλους επικοινωνιολόγους— προετοιμάζεται να ξαναβυθίσει τη χώρα σε μια ακόμη παραγωγή πολιτικής κόπωσης, μιας μακράς νάρκης χωρίς προσανατολισμό, με το κοινό να τον χειροκροτεί, πειθήνιο, ελεγμένο, και εν τέλει απολύτως ανίκανο να καταλάβει ότι αυτή τη φορά η Οδύσσεια δεν τελειώνει στην Ιθάκη, αλλά στα σκάνερ.
Μάνος Λαμπράκης














