Οι Συγκεντρωτικοί Πολιτισμικοί Μηχανισμοί συνιστούν σήμερα την πραγματική, αν και ανεπίσημη, αρχή της πολιτιστικής πολιτικής στη χώρα. Δεν είναι απλώς φορείς διοργάνωσης εκδηλώσεων ή παραγωγής περιεχομένου· είναι ένα πυκνό πλέγμα ιδρυμάτων, ιδιωτικών και ημιδημόσιων σχημάτων, μιντιακών συγκροτημάτων, «ερευνητικών» κέντρων και χορηγικών οικοσυστημάτων που συγκεντρώνουν στα χέρια τους το δικαίωμα να προσδιορίζουν τι λογίζεται ως πολιτισμός, ποιος νομιμοποιείται να μιλά, σε ποιον απευθύνεται ο λόγος και με ποια γλώσσα επιτρέπεται να αρθρωθεί η ανησυχία.
Το Υπουργείο Πολιτισμού, εν προκειμένω, λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως διαχειριστικός ενδιάμεσος: υποδέχεται πόρους, ευρωπαϊκούς και εθνικούς, και τους κατευθύνει κατά προτεραιότητα μέσα σε αυτό το ήδη συγκροτημένο δίκτυο, το οποίο με τη σειρά του παράγει το επιθυμητό αφήγημα.
Η θεσμική πολιτική υποχωρεί, η δικαιοδοσία της κυρίαρχης πολιτείας αποσύρεται, και στη θέση της αναδύεται μια ημι-ιδιωτική ολιγαρχία πολιτισμικής επιτέλεσης, η οποία λειτουργεί ως de facto υπουργείο φαντασιακής αναπαράστασης της χώρας.
Αυτοί οι Μηχανισμοί δεν περιορίζονται στην παραγωγή τέχνης ή δημοσίου λόγου υπό την κλασική έννοια.
Η λειτουργία τους είναι κανονιστική: καθορίζουν το φάσμα του «αποδεκτού προβληματισμού», σταθμίζουν ποια θεματική μπορεί να ενταχθεί στον κυκλοφορούντα λόγο και ποια πρέπει να παραμείνει αόρατη, μεταφράζουν τη σύγκρουση σε lifestyle, την αγωνία σε αισθητικό συμβάν, την οργή σε επιτελεστική «ευαισθητοποίηση».
Έτσι η πολιτική, αντί να αναδεικνύεται ως πεδίο αντιπαράθεσης συμφερόντων, μεταμορφώνεται σε συμβολικό υπόστρωμα θεματικών φεστιβάλ, συζητήσεων panel και επιδοτούμενων projects, τα οποία τελικά λειτουργούν ως μηχανισμοί απορρόφησης και εξουδετέρωσης της κοινωνικής έντασης.
Η χώρα εμφανίζεται ως «ευρωπαϊκός προορισμός πολιτισμού», ενώ στο εσωτερικό της βαθαίνουν τα δομικά ρήγματα επιβίωσης, κυριαρχίας και δικαιοσύνης.
Στο φόντο αυτής της πολιτισμικής ολιγαρχίας, ο αγροτικός τομέας επανέρχεται βίαια στο προσκήνιο. Επί χρόνια αντιμετωπίστηκε ως αναχρονιστικό υπόλειμμα, ως «περιφέρεια» της εθνικής αφήγησης, κάτι που οφείλει σιγά σιγά να προσαρμοστεί, να «εκσυγχρονιστεί» ή να εγκαταλειφθεί.
Και ξαφνικά, μέσα από τις εικόνες της εξέγερσης των αγροτών, γίνεται σαφές ότι χωρίς αυτό το «περιθώριο» δεν υπάρχει καν κέντρο.
Χωρίς τη γη, χωρίς τους ανθρώπους της πρωτογενούς παραγωγής, καταρρέει όχι μόνο η διατροφική αυτάρκεια, αλλά και η ελάχιστη δυνατότητα μιας χώρας να σκεφτεί τον εαυτό της ως πολιτική οντότητα και όχι ως πλατφόρμα κατανάλωσης.
Η υπόθεση της ευλογιάς στα κοπάδια δεν είναι απλώς ένα υγειονομικό επεισόδιο. Είναι η δραματική, σχεδόν τραγική συμπύκνωση του τρόπου με τον οποίο το κράτος, οι ευρωπαϊκές κανονιστικές δομές και οι μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο της υπαίθρου: ως τεχνικό ζήτημα, ως μεταβλητή σε μοντέλο κινδύνου, ως λογιστικό στοιχείο σε πίνακα αποζημιώσεων.
Όταν ένας κτηνοτρόφος βλέπει 450 ζώα – ουσιαστικά μια ολόκληρη ράτσα, το βιωμένο του βίωμα, τη μνήμη και το μέλλον του – να εξοντώνονται στο όνομα της βιοασφάλειας, το ουρλιαχτό του «μου σκοτώνετε τα παιδιά μου» δεν είναι μεταφορικό σχήμα.
Είναι η ακριβής φράση με την οποία το σώμα της αγροτιάς καταγγέλλει ότι κόβεται ο ομφάλιος λώρος με τη γη.
Την ίδια στιγμή, οι Συγκεντρωτικοί Πολιτισμικοί Μηχανισμοί επιτελούν μια εντελώς διαφορετική χορογραφία: επιδείξεις ευαισθησίας, συζητήσεις για το «μέλλον της Ευρώπης», αφηγήματα πράσινης ανάπτυξης, πάνελ για το περιβάλλον με χορηγούς τους ίδιους οικονομικούς παράγοντες που αναλαμβάνουν να εμπορευματοποιήσουν γη, ενέργεια και νερό.
Η απόσταση ανάμεσα στο σώμα του κτηνοτρόφου που βλέπει να τον ξεριζώνουν από το ίδιο του το βιος και στο σώμα του προνομιούχου αστικού κοινού που παρακολουθεί επιμελημένες συζητήσεις περί βιωσιμότητας είναι σχεδόν πορνογραφική. Η ελληνική γη σπαράζει, ενώ η ελληνική πόλη ποζάρει μπροστά στον καθρέφτη της αυτοεικόνας της.
Σε αυτό το πλαίσιο, το επενδυτικό συνέδριο στο οποίο η χώρα παρουσιάζεται ως «Athens International Investor Summit» δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη ημερίδα.
Είναι η τελετουργία θεμελίωσης ενός νέου καθεστώτος υποτέλειας.
Εκεί, όπου ο Πρωθυπουργός στέκεται πλάι σε εκπροσώπους υπερταμείων και διεθνών επενδυτικών σχημάτων, δεν διαπραγματεύεται απλώς «ευκαιρίες».
Διακηρύσσει την οριστική μετατροπή της χώρας σε επενδυτικό αντικείμενο, σε «ιστορία προς αξιοποίηση» για κεφάλαια που ειδικεύονται στην απόκτηση και διαχείριση στρατηγικών υποδομών: ενέργεια, μεταφορές, και – το πιο κρίσιμο – ύδρευση.
Η ίδρυση επενδυτικών βραχιόνων που συνδέονται με το ΤΑΙΠΕΔ και η συμμετοχή κολοσσιαίων σχημάτων που έχουν ήδη ιστορικό εξαγορών σε δίκτυα ύδρευσης διεθνώς, εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο: τη συγκέντρωση πάνω από 700 υδρευτικών φορέων σε τρεις μεγάλες οντότητες, την αναδιάρθρωση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, τη δημιουργία μιας τρίτης πανελλαδικής εταιρείας που θα αναλάβει την ύδρευση της υπόλοιπης χώρας, με «ευελιξία» προσλήψεων και δυνατότητα προσέλκυσης στελεχών από τον ιδιωτικό τομέα.
Πίσω από την τεχνοκρατική γλώσσα κρύβεται μια απλή αλήθεια: το νερό παύει να είναι κοινωνικό αγαθό και γίνεται επενδυτικό προϊόν.
Το γεγονός ότι ήδη ποσοστά της ΕΥΔΑΠ και άλλων στρατηγικών εταιρειών έχουν μεταβιβαστεί στο Υπερταμείο και σε ιδιώτες δεν είναι απλό τεχνικό ζήτημα χρηματοοικονομικής διαχείρισης. Συνιστά βαθιά πολιτειακή μετατόπιση: η κυριαρχία πάνω στα στοιχειώδη της ζωής – νερό, γη, ενέργεια – μεταβιβάζεται από το λαϊκό σώμα σε υπερεθνικά κεφάλαια, τα οποία λογοδοτούν αποκλειστικά στους μετόχους τους.
Όταν το νερό αντιμετωπίζεται ως «ευκαιρία», η ίδια η έννοια της δημοκρατίας συρρικνώνεται. Διότι δημοκρατία χωρίς έλεγχο στα βασικά κοινά αγαθά είναι απλώς ένα εορταστικό περιτύλιγμα πάνω σε μια οικονομικά αποικιοκρατούμενη πραγματικότητα.
Το πιο ανησυχητικό σε όλη αυτή την εξέλιξη δεν είναι μόνο η κλειστή συνάντηση κορυφής, όπου συμμετέχουν διεθνείς τράπεζες, κρατικά επενδυτικά ταμεία και κολοσσοί διαχείρισης υποδομών.
Είναι η σιωπή με την οποία αντιμετωπίζουν το γεγονός οι εγχώριοι Συγκεντρωτικοί Πολιτισμικοί Μηχανισμοί.
Εκεί όπου θα περίμενε κανείς κραυγή, βλέπει ευγενή αμηχανία. Εκεί όπου απαιτείται σύγκρουση, παράγεται «διάλογος».
Εκεί όπου θα έπρεπε να ενεργοποιηθεί η βαθύτερη ηθική και πολιτική αγωνία του πνευματικού κόσμου, βλέπουμε την αναπαραγωγή του ίδιου μοτίβου: η αισθητικοποίηση της καταστροφής.
Έτσι κλείνει ο κύκλος:
– στο ένα άκρο, ο κτηνοτρόφος που ουρλιάζει «μου σκοτώνετε τα παιδιά μου» μπροστά στα 450 σφαγμένα ζώα και σε μια εχθρική, απρόσωπη διοίκηση·
– στο άλλο άκρο, η επενδυτική ελίτ που, κεκλεισμένων των θυρών, σχεδιάζει την επόμενη φάση εμπορευματοποίησης του νερού, της ενέργειας, της ίδιας της ζωής.
Ανάμεσά τους, η πόλη, ναρκωμένη από τον σανό που της ταΐζουν οι Πολιτισμικοί Μηχανισμοί: ευρωπαϊκός «μοντερνισμός», woke δικαιώματα, πράσινη ρητορική, ψηφιακές επιτελέσεις ευαισθησίας.
Αν κάτι μπορεί να διαρρήξει αυτή τη συνθήκη, είναι η σύγκλιση της φωνής της γης με την αφυπνισμένη συνείδηση της πόλης.
Το Κίνημα των Τεμπών, οι αγροτικές κινητοποιήσεις, οι αντιστάσεις απέναντι στην ιδιωτικοποίηση του νερού δεν είναι «σκόρπια επεισόδια».
Είναι οι πρώτες ρωγμές σε ένα καθεστώς που έχει επενδύσει τα πάντα στην υπνωτιστική ισχύ του θεάματος.
Χωρίς την αγροτιά, χωρίς το νερό, χωρίς τη μνήμη της γης, η χώρα μετατρέπεται οριστικά σε χώρα–σκηνικό.
Μπορεί να διαθέτει λαμπερό πολιτιστικό branding, αλλά δεν θα έχει πια πολιτική ουσία.
Νομίζω…
Μάνος Λαμπράκης




![«Ο Καθρέφτης της Καρδιάς»: Μια Ημερίδα Συναισθηματικής Ενδυνάμωσης για την Τρίτη Ηλικία στο ΚΗΦΗ Αντυπάτων[pics&vid]](https://kefaloniafocus.com/wp-content/uploads/2025/12/IMG_3160-696x522.jpeg)








