Η σιωπή της μνήμης: Καλάβρυτα, Εκκλησία και Πολιτεία απέναντι στο ανεπανόρθωτο τραύμα

Newsroom

Η ανάρτηση αυτή γίνεται σήμερα, Κυριακή, όχι επειδή το ημερολόγιο το υπαγορεύει μηχανικά, αλλά ακριβώς επειδή η Κυριακή, ως λειτουργικός χρόνος, δεν είναι ποτέ ουδέτερη.
Είναι ο κατεξοχήν χρόνος της μνήμης που υποτίθεται ότι σώζει, της ανάκλησης που μετασχηματίζει το παρελθόν σε κρίση του παρόντος.

Κι όμως, καθώς σήμερα ακούστηκε η ευαγγελική περικοπή του Δείπνου —εκεί όπου η μνήμη συγκροτείται ως «ανάμνησις» και όχι ως απλή αναφορά— η δημόσια εκκλησιαστική γλώσσα φάνηκε εντυπωσιακά άφωνη απέναντι σε ένα από τα πλέον συντριπτικά τραύματα της νεότερης ιστορίας. Σε κανένα κήρυγμα όσων φίλων ρώτησα σήμερα, σε καμία διαδικτυακή μετάδοση, σε καμία ποιμαντική παρέμβαση, πλην της τοπικής Μητρόπολης, δεν αρθρώθηκε λόγος για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Η σιωπή αυτή δεν είναι αθώα. Είναι δομική. Το ξέρουμε.

Στην ορθόδοξη θεολογία η ανάμνηση δεν λειτουργεί ως συναισθηματική επίκληση του παρελθόντος, αλλά ως ενεργός τρόπος παρουσίας του τραύματος μέσα στο παρόν. «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» δεν σημαίνει απλώς «θυμηθείτε», αλλά «επαναφέρετε στο σώμα σας εκείνο που διαλύει την αυτάρκεια του παρόντος».
Η ευχαριστιακή πράξη είναι κατ’ ουσίαν πράξη επικίνδυνης μνήμης: μνήμης ενός σώματος βασανισμένου, εκτελεσμένου, εγκαταλειμμένου. Όταν, λοιπόν, το συλλογικό σώμα της Εκκλησίας αποφεύγει να συσχετίσει την ευαγγελική ανάμνηση με ένα ιστορικό ολοκαύτωμα άμαχου πληθυσμού, τότε η θεολογία εκπίπτει ακριβώς σε αυτό μόνο… σε τελετουργική αυτάρκεια. Η λειτουργία συνεχίζεται, αλλά η μνήμη απονευρώνεται.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ποιος «θυμάται» το ιστορικό παρελθόν στη χώρα αυτή, αλλά με ποιον τρόπο το θυμάται. Η μνήμη φαίνεται να έχει εκχωρηθεί σχεδόν αποκλειστικά σε μια τελετουργία χαμηλής έντασης: καταθέσεις στεφάνων, τυπικές δηλώσεις συγκίνησης, ένα επικοινωνιακό παράθυρο περιορισμένης διάρκειας, αποστειρωμένο από κάθε πολιτική και θεολογική αιχμή. Η Ιστορία καταναλώνεται ως στιγμιαίο συγκινησιακό προϊόν και όχι ως κατηγορία κρίσης. Έτσι, το παρελθόν δεν απειλεί το παρόν, απλώς το διακοσμεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο όρος «Ολοκαύτωμα» δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ρητορικά ή επιφανειακά. Ολοκαύτωμα δεν σημαίνει απλώς μαζική σφαγή. Σημαίνει ολική καταστροφή: όχι μόνο σωμάτων, αλλά κοινωνικών δεσμών, μνήμης, χρόνου, προοπτικής. Σημαίνει την εσκεμμένη εξαφάνιση ενός ολόκληρου ανδρικού πληθυσμού, τη μετατροπή της κοινότητας σε χήρα κοινωνία, τη βίαιη εγκατάσταση του θανάτου ως μόνιμου συνομιλητή της καθημερινότητας. Στα Καλάβρυτα δεν εκτελέστηκαν απλώς άνθρωποι. Εκτελέστηκε η δυνατότητα της κοινότητας να συνεχίσει αδιατάρακτα τον ιστορικό της χρόνο.

Ακριβώς εδώ η σιωπή της Εκκλησίας βαραίνει διπλά. Διότι αν η θεία ευχαριστία είναι «σύναξη των εσχάτων», τότε κάθε ολοκαύτωμα αποτελεί κατ’ εξοχήν θεολογικό γεγονός: αποκαλύπτει τι συμβαίνει όταν το ανθρώπινο σώμα μετατρέπεται σε αναλώσιμο υλικό της Ιστορίας.
Η απουσία αυτής της διάστασης από τον κυριακάτικο λόγο δεν είναι απλώς ποιμαντική αδυναμία, είναι θεολογική υποχώρηση. Μια Εκκλησία που δεν αντέχει να αρθρώσει λόγο για το Καλάβρυτα μέσα στη λειτουργία της, κινδυνεύει να μιλά για σωτηρία χωρίς να περνά από τον τόπο της σφαγής.

Η πολιτική διάσταση αυτής της λήθης είναι εξίσου κρίσιμη. Όταν ένα κράτος μαθαίνει να διαχειρίζεται τα εγκλήματα του παρελθόντος ως επικοινωνιακά γεγονότα περιορισμένης διάρκειας, εκπαιδεύεται ταυτόχρονα στη διαχείριση και των σύγχρονων τραυμάτων με τον ίδιο τρόπο: με δηλώσεις, με τελετές, με απονευρωμένο λόγο. Η ιστορική μνήμη, αντί να λειτουργεί ως αντίσταση στην κανονικοποίηση της βίας, μετατρέπεται σε μηχανισμό εξοικείωσης με αυτήν. Η Ιστορία δεν γίνεται εργαλείο κρίσης της εξουσίας, αλλά συμπλήρωμά της.

Η απουσία, ωστόσο, δεν είναι ποτέ ουδέτερη πράξη, είναι πάντοτε πολιτική χειρονομία. Και η φετινή τελετή μνήμης στα Καλάβρυτα το κατέστησε απολύτως σαφές. Στην επιμνημόσυνη δέηση και την κατάθεση στεφάνου παρούσα ήταν αποκλειστικά η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως θεσμική εγγύηση της πολιτειακής συνέχειας και της ιστορικής μνήμης. Δεν υπήρξε παρουσία πρωθυπουργού, δεν υπήρξε παρουσία αρχηγών κομμάτων, δεν υπήρξε καν η στοιχειώδης εικόνα συλλογικής πολιτικής στάσης απέναντι σε ένα από τα βαρύτερα εγκλήματα της κατοχικής περιόδου. Η μνήμη περιορίστηκε στο απολύτως ελάχιστο θεσμικό ίχνος.

Η διαπίστωση αυτή καταρρίπτει κάθε πιθανή επίκληση συγκυριών ή δικαιολογιών. Δεν υπήρχε ταυτόχρονη πολιτική κινητοποίηση αλλού, δεν υπήρχε συλλογική παρουσία που να επιβάλλει ιεράρχηση. Υπήρχε μόνο μια συνειδητή επιλογή: η μη έκθεση της εκτελεστικής εξουσίας στον τόπο του ιστορικού τραύματος. Και αυτή ακριβώς η επιλογή καθιστά την απουσία πολιτικά εύγλωττη.

Το Καλάβρυτα απαιτούν στάση, όχι διαχείριση. Απαιτούν σιωπή, αμηχανία, ιστορική ευθύνη, μια στιγμή όπου η εξουσία δεν μπορεί να εμφανιστεί ως ρυθμιστής της καθημερινότητας, αλλά μόνο ως υπόλογη απέναντι στο παρελθόν. Δεν προσφέρονται για σκηνοθεσία, δεν επιτρέπουν εύκολες εικόνες, δεν χωρούν αφηγήματα κανονικότητας. Και ίσως γι’ αυτό αποφεύγονται.

Αυτή η αποφυγή ισοδυναμεί με άρνηση του σταυρικού τόπου της μνήμης.
Ισοδυναμεί με μετατόπιση της συλλογικής προσοχής από το ανεπίλυτο τραύμα στο ακίνδυνο τελετουργικό του.
Εγγράφεται ως ακόμη ένα επεισόδιο στη μακρά παράδοση μιας χώρας που τιμά τα θύματα, αρκεί η μνήμη τους να μην διαταράσσει το παρόν.

Αν το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων δεν διαπερνά τη θεολογία, την πολιτική και την παιδεία ως ζωντανή πληγή, τότε δεν πρόκειται απλώς για αμέλεια. Πρόκειται για μια συλλογική συμφωνία να παραμείνει η Ιστορία ακίνδυνη. Και μια ακίνδυνη Ιστορία, όσο ευπρεπής κι αν φαίνεται, είναι πάντοτε μια προδομένη μνήμη.

Δεν θα ρωτήσω, λοιπόν, αν το Υπουργείο Παιδείας έκρινε σκόπιμο να αποστείλει κάποια εγκύκλιο προς τις δευτεροβάθμιες εκπαιδευτικές δομές της χώρας για την ανάγνωση ενός στοιχειώδους μηνύματος μνήμης στην πρωινή προσευχή. Δεν θα ρωτήσω, γιατί δεν γνωρίζω καν αν η πρωινή προσευχή υφίσταται ακόμη ως θεσμική πράξη (και όχι απλώς ως αμήχανη ανάμνηση ενός άλλου χρόνου). Η ερώτηση αυτή μοιάζει ήδη παρωχημένη μέσα σε ένα εκπαιδευτικό τοπίο που έχει αποσυνδέσει συστηματικά τη γνώση από την ιστορική ευθύνη και τη μνήμη από την παιδαγωγική πράξη.

Και όμως, μέσα σε αυτή τη γενικευμένη σιωπή, χαίρομαι ειλικρινά που χθες αργά το βράδυ, παρακολουθώντας τη διαδικτυακή ομιλία του πατέρα Ευάγγελου Παπανικολάου στο πλαίσιο των εόρτιων εκδηλώσεων του Ναού του Αγίου Ελευθερίου Αχαρνών, που διοργανώνει για 7η συνεχόμενη χρονιά με μεγάλη επιμέλεια ο Προϊστάμενος του Ιερού ναού π. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου, η πρώτη του αναφορά ήταν αφιερωμένη στα Καλάβρυτα. Όχι ως επετειακή, αλλά ως πράξη μνήμης ζωντανής, εκκλησιαστικής και ανυποχώρητης. Και ίσως αυτό, μέσα στην έκταση της θεσμικής αφωνίας, να αποτελεί το πιο αυστηρό σχόλιο όλων: ότι η μνήμη επιμένει να διασώζεται όχι από τα κέντρα, αλλά από εκείνους που ακόμη αντέχουν να την εκφέρουν ως ευθύνη.

spot_img
spot_img

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ