Η δημόσια συζήτηση που εξελίσσεται τις τελευταίες ημέρες στην Κεφαλονιά γύρω από την Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη για το Θαλάσσιο Πάρκο Ιονίου δεν αφορά απλώς ένα περιβαλλοντικό μέτρο. Αφορά την εμπιστοσύνη, τη θεσμική εκπροσώπηση και το πώς λαμβάνονται αποφάσεις που δεσμεύουν έναν τόπο για δεκαετίες.
Η μελέτη δεν εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά. Τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση , ακολούθησε επεξεργασία των σχολίων και στις 30 Δεκεμβρίου προωθήθηκε για θεσμοθέτηση ως Προεδρικό Διάταγμα. Ωστόσο, αυτό που απουσίασε ήταν η ουσιαστική, ξεκάθαρη ενημέρωση της τοπικής κοινωνίας και κυρίως, η προετοιμασία για τις πρακτικές συνέπειες που φέρνει ένα τέτοιο πλαίσιο σε έναν νησιωτικό τόπο που ζει από τη θάλασσα και τον τουρισμό.
Όταν το τελικό κείμενο έγινε γνωστό και ξαφνικά, απεσύρθει, η ένταση που προκλήθηκε δεν οφείλεται μόνο στην έννοια της προστασίας. Οφείλεται στο αίσθημα ότι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος με όσους θα επηρεαστούν άμεσα: αλιείς, επαγγελματίες του θαλάσσιου τουρισμού, ημερόπλοια, επιχειρήσεις παραλιών, αλλά και τους ίδιους τους κατοίκους.
Οι αντιδράσεις δεν είναι ιδεολογικές. Είναι πρακτικές. Προκύπτουν από την αβεβαιότητα για το τι θα ισχύσει, πότε θα ισχύσει και αν υπάρχει οποιοδήποτε σχέδιο μετάβασης.
Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι καθοριστικός.
Όταν ένας τόπος δεσμεύεται μέσω Προεδρικού Διατάγματος, η θεσμική ευθύνη δεν είναι η αποφυγή της σύγκρουσης, αλλά η ενεργή παρουσία και διεκδίκηση στο τραπέζι των αποφάσεων.
Η απουσία συντονισμένης θεσμικής εκπροσώπησης, τη στιγμή που το πλαίσιο οριστικοποιείται, δεν είναι ουδετερότητα. Είναι παραίτηση από τον ρόλο της υπεράσπισης των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και αναγκών.
Ας είμαστε όμως ειλικρινείς. Το Θαλάσσιο Πάρκο και το πλαίσιο Natura 2000 αποτελούν ευρωπαϊκή υποχρέωση δεκαετιών. Η Ελλάδα καθυστέρησε την εφαρμογή τους και σήμερα, υπό ευρωπαϊκή πίεση και γεωπολιτικές συνθήκες, το ζήτημα προχώρησε γρήγορα. Η ταχύτητα όμως χωρίς τοπικό σχεδιασμό δεν είναι αποτελεσματικότητα. Είναι προχειρότητα με πραγματικό κόστος.
Αν ένα τέτοιο πλαίσιο εφαρμοστεί χωρίς σαφή όρια, χωρίς μεταβατικές ρυθμίσεις και χωρίς ένα σοβαρό τοπικό σχέδιο διαχείρισης, τότε πράγματι θα πληγούν επαγγελματικά στρώματα, θα χαθούν εισοδήματα και θα ενταθούν οι κοινωνικές αντιδράσεις. Όχι επειδή προστατεύεται η φύση, αλλά επειδή δεν προστατεύεται ο άνθρωπος μέσα στη μετάβαση.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος. Και δεν είναι θεωρητική.
Στην Ελλάδα, το Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου–Βορείων Σποράδων, για την προστασία της Μεσογειακής φώκιας, αντιμετωπίστηκε αρχικά με έντονο σκεπτικισμό. Σήμερα, οι Σποράδες αποτελούν προορισμό υψηλής αξίας, με ήπιο θαλάσσιο τουρισμό, διεθνή αναγνωρισιμότητα και επισκέπτες με μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής. Το ίδιο συνέβη στο Cabo Pulmo στο Μεξικό, όπου η προστασία μετέτρεψε μια υποβαθμισμένη περιοχή σε κορυφαίο καταδυτικό προορισμό παγκοσμίως, αλλά και στα Γκαλαπάγκος, όπου οι αυστηροί κανόνες δεν μείωσαν τον τουρισμό, τον αναβάθμισαν.
Το κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν ήταν οι απαγορεύσεις. Ήταν ο τοπικός σχεδιασμός, η συμμετοχή της κοινωνίας και η ξεκάθαρη στρατηγική μετάβασης.
Ως επαγγελματίας με πολυετή εμπειρία στη θάλασσα, στον θαλάσσιο τουρισμό και στην αρχιτεκτονική προορισμών, γνωρίζω ότι οι προορισμοί δεν αποτυγχάνουν επειδή προστατεύονται. Αποτυγχάνουν όταν μένουν χωρίς σχέδιο, χωρίς φωνή και χωρίς εκπροσώπηση.
Η Κεφαλονιά δεν χρειάζεται ούτε φόβο ούτε σιωπή. Χρειάζεται καθαρή ενημέρωση, σοβαρό τοπικό σχέδιο διαχείρισης, ρεαλιστικές μεταβατικές λύσεις για τους επαγγελματίες και θεσμική παρουσία εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Γιατί αν δεν σχεδιάσουμε εμείς πώς θα προστατεύσουμε τον τόπο μας, κάποιος άλλος θα το κάνει για εμάς.
Και τότε, το πρόβλημα δεν θα είναι η προστασία.
Θα είναι ότι εμείς επιλέξαμε να μην είμαστε παρόντες.
Capt. Ilias Stefanatos MSc












![Άμεση επέμβαση της ΕΟΔ Ελειού–Πρόννων: Άνοιξε ο δρόμος προς την παραλία της Σκάλας μετά την πτώση πεύκου[pics]](https://kefaloniafocus.com/wp-content/uploads/2026/02/IMG_4190-100x70.jpeg)


