Σκοτείνιασε ο ουρανός στα Ομαλά και μαζί του σκοτείνιασαν οι καρδιές όλων στα Βαλσαμάτα. Η τραγική είδηση του θανάτου ενός 20χρονου παιδιού, που άφησε το χωριό του για να σπουδάσει και να χτίσει το μέλλον του, βύθισε την τοπική κοινωνία σε βαθύ πένθος.
Κανείς δεν μπορεί να το πιστέψει. Κανείς δεν μπορεί να δεχτεί πως ένας νέος άνθρωπος, γεμάτος όνειρα, γεμάτος ζωή, δεν θα επιστρέψει πια στο χωριό που τον μεγάλωσε. Στα 20 του χρόνια, εκεί που η ζωή ανοίγει δρόμους και οι ελπίδες ανθίζουν, όλα έσβησαν απότομα, αφήνοντας πίσω μια σιωπή που πονάει.
Ο νεαρός σπούδαζε στο Τμήμα Μηχανικών Υπολογιστών και Πληροφορικής, κάνοντας τα πρώτα του βήματα σε έναν δρόμο γεμάτο προοπτικές. Είχε όνειρα, είχε στόχους, είχε μια ζωή που μόλις άρχιζε να ανοίγεται μπροστά του. Και τώρα, όλα αυτά έμειναν στη μέση, σαν βιβλίο που δεν πρόλαβε να γραφτεί.
Κανείς στο χωριό δεν μπορεί να το πιστέψει. Οι άνθρωποι κοιτάζονται μεταξύ τους με μάτια χαμένα, προσπαθώντας να καταλάβουν το ακατανόητο. Στα 20 του χρόνια, εκεί που η ζωή ξεκινά, εκεί που η ελπίδα ανθίζει, ο νεαρός έφυγε αφήνοντας πίσω του μια σιωπή που πονάει.
Στα Βαλσαμάτα η θλίψη είναι παντού. Στα σπίτια που τον είδαν να μεγαλώνει, στις γειτονιές που άκουσαν τα παιδικά του γέλια, στους ανθρώπους που τον καμάρωναν για τον δρόμο που είχε επιλέξει. Τώρα, οι ίδιοι άνθρωποι στέκονται βουβοί, με καρδιές βαριές και λόγια που δεν βγαίνουν.
Η οικογένειά του, συντετριμμένη, προσπαθεί να σταθεί όρθια μέσα σε έναν πόνο που δεν περιγράφεται. Οι φίλοι του, χαμένοι, αναζητούν απαντήσεις που δεν υπάρχουν. Η κοινότητα ολόκληρη πενθεί, γιατί όταν χάνεται ένας νέος, δεν χάνεται μόνο μια ζωή∙ χάνεται ένα κομμάτι από το μέλλον του τόπου.
Στα Ομαλά σήμερα, ο ουρανός μοιάζει να συμμετέχει στο πένθος. Βαρύς, χαμηλός, σαν να σκύβει κι αυτός το κεφάλι μπροστά στην αδικία. Το χωριό θρηνεί ένα παιδί που έφυγε πολύ νωρίς, αφήνοντας πίσω του μια πληγή που θα μείνει ανοιχτή για καιρό.















