Αδελφέ μου Αντώνη,
σου γράφω τρεις μέρες μετά κι ακόμη μυρίζουν τα χέρια μου χώμα και αίμα. Τα έπλυνα με σαπούνι, με στάχτη, ακόμη και με πετρέλαιο από το φυλάκιο του Νεκροταφείου, μα η μυρωδιά δεν φεύγει. Είναι σαν να μπήκε μέσα στο δέρμα. Σαν να πέρασε κάτω από τα νύχια και να ανέβηκε στο αίμα μου. Η γυναίκα μου χθες βράδυ με είδε να τρίβω τις παλάμες μου μέχρι που μάτωσαν και δεν είπε τίποτα. Μόνο γύρισε το πρόσωπό της προς τον τοίχο. Στην Αθήνα της Κατοχής οι άνθρωποι έμαθαν να σωπαίνουν όχι γιατί δεν έχουν τι να πουν, αλλά γιατί αν ανοίξουν το στόμα τους θα ουρλιάξουν.
Εσύ εκεί στην Αμερική θα βλέπεις φώτα τη νύχτα. Εδώ η πόλη μυρίζει καμένο ξύλο, φόβο και πείνα. Το πρωί πριν πάω στο Γ΄ Νεκροταφείο είδα μια γυναίκα να μαζεύει φλούδες από σκουπίδια. Ένα παιδί καθόταν δίπλα της και δεν έκλαιγε καν. Αυτό είναι το χειρότερο πια με τα παιδιά εδώ: δεν κλαίνε. Κοιτάζουν μόνο. Σαν να γέρασαν πριν μάθουν να μιλούν.
Από το προηγούμενο βράδυ μάς είχαν διατάξει να ανοίξουμε διακόσιους τάφους. Διακόσιους ακριβώς. Ούτε έναν παραπάνω. Ούτε έναν λιγότερο. Οκτώ σειρές, είκοσι πέντε λάκκοι η καθεμιά. Σκάβαμε όλη νύχτα κάτω από έναν ουρανό δίχως φεγγάρι κι εγώ ένιωθα πως δεν δουλεύαμε για ανθρώπους αλλά για κάποια τεράστια μηχανή που είχε αποφασίσει ήδη πόσο θάνατο χωρά η μέρα. Κάποια στιγμή ακούστηκε ένα τραγούδι από μακριά. Δεν ξέραμε τότε τι ήταν. Το μάθαμε το πρωί: ήταν οι μελλοθάνατοι μέσα στα φορτηγά.
Αντώνη, δεν ξέρω πώς να σου γράψω αυτό που είδα χωρίς να ντραπώ που υπάρχω ακόμη. Τα αυτοκίνητα μπήκαν στο Νεκροταφείο αφήνοντας πίσω τους μια κόκκινη γραμμή στον δρόμο. Τα αίματα έτρεχαν από τις καρότσες. Οι Γερμανοί φώναζαν να βιαστούμε. Όταν όμως αρχίσαμε να τους κατεβάζουμε, κατάλαβα πως πολλοί ήταν ακόμη ζεστοί. Ένας είχε τα μάτια μισάνοιχτα σαν να ήθελε να πει κάτι. Ένας άλλος κρατούσε ακόμη μέσα στη χούφτα του λίγο χώμα. Δεν ξέρω γιατί αυτό με διέλυσε περισσότερο απ’ όλα. Εκείνη η χούφτα χώμα. Σαν να προσπάθησε την τελευταία στιγμή να κρατηθεί από την Ελλάδα πριν πέσει.
Τους ρίχναμε μέσα ντυμένους. Τα σακάκια τους ήταν φτωχικά, μπαλωμένα, καθημερινά. Όχι ρούχα ηρώων όπως θα γράψουν ίσως αργότερα οι εφημερίδες. Ρούχα ανθρώπων. Ενός εργάτη. Ενός δασκάλου. Ενός πατέρα. Σε έναν βρήκαμε μέσα στην τσέπη μια φωτογραφία γυναίκας και παιδιού σπασμένη στη γωνία. Σε άλλον ένα κουμπί κρεμόταν έτοιμο να πέσει. Και ξέρεις τι σκέφτηκα; Ότι ο άνθρωπος τελικά δεν πεθαίνει ολόκληρος από τη σφαίρα. Πεθαίνει πραγματικά όταν δεν θα υπάρχει κανείς να θυμάται πώς ήταν τα χέρια του, πώς γελούσε, τι φοβόταν τη νύχτα.
Το βράδυ μαζεύτηκαν γυναίκες έξω από το Νεκροταφείο. Μανάδες. Αδελφές. Κορίτσια. Ρωτούσαν ονόματα κι εμείς δεν είχαμε τίποτα να τους πούμε. Οι Γερμανοί δεν έδωσαν κανέναν κατάλογο. Τότε κατάλαβα κάτι τρομερό: πως η εξουσία δεν αρκείται να σκοτώσει τον άνθρωπο. Θέλει να σκοτώσει και το ίχνος του. Να αφήσει πίσω της μόνο αριθμούς. «Διακόσιοι». Μα εγώ τους είδα. Δεν ήταν διακόσιοι. Ήταν ένας που είχε τριμμένους αγκώνες στο σακάκι. Ένας που μύριζε καπνό. Ένας που είχε σπασμένα νύχια σαν οικοδόμος. Ένας που θα τον περίμενε μάνα σε κάποιο χωριό χωρίς να μάθει ποτέ πού ακριβώς έπεσε.
Και τώρα εγώ τι να κάνω με όλα αυτά, Αντώνη; Να συνεχίσω να ζω; Να κάθομαι στο τραπέζι και να τρώω ψωμί ενώ κράτησα τόσους νεκρούς στα χέρια μου; Χθες βράδυ πήγα να κοιμηθώ και ξύπνησα γιατί νόμιζα πως άκουσα βογγητό μέσα από την αυλή. Βγήκα έξω ξυπόλητος. Δεν ήταν τίποτα. Κι όμως σου ορκίζομαι ότι για λίγα δευτερόλεπτα πίστεψα πως η γη άνοιγε ξανά.
Αν σωθούμε από αυτόν τον πόλεμο, μη ρωτήσεις ποτέ ποιος νίκησε. Δεν θα υπάρξουν νικητές εδώ. Μόνο άνθρωποι που θα κουβαλούν μέσα τους φωνές νεκρών για όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Κι εγώ, αδελφέ μου, φοβάμαι πως από εκείνη τη μέρα στο Νεκροταφείο δεν είμαι πια ακριβώς ζωντανός.
Ο αδελφός σου,
Μήτσος


















