Την ίδια ημέρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης έβαζε στο τραπέζι περισσότερους ορόφους για τους κατασκευαστές κατοικιών, το Μέγαρο Μαξίμου δεσμευόταν να προχωρήσει σε ειδικές νομοθετικές πρωτοβουλίες για την επέκταση του γηπέδου Καραϊσκάκη, όπως ζητούσε ο Βαγγέλης Μαρινάκης.
Δύο διαφορετικές υποθέσεις, ένας κοινός πολιτικός παρονομαστής: όταν η μεγάλη επιχειρηματική επένδυση συναντά τους πολεοδομικούς περιορισμούς, η κυβέρνηση αναζητά τρόπους να τους μεταβάλει. Και όταν οι πολίτες ασφυκτιούν από τη στεγαστική κρίση, τους υπόσχεται περισσότερα τετραγωνικά. Ποιος όμως κερδίζει πραγματικά;
Ας πάρουμε τα πράγματα απο την αρχή.
Η Τρίτη 6 Οκτωβρίου, ήταν μια ημέρα με δυο ειδήσεις και σίγουρα πολλά ερωτήματα.
Ωρα 14:00. Ο Πρωθυπουργός συμμετέχοντας στο συνέδριο «Διάλογοι για την Αθήνα» καταθέτει για πρώτη φορά την ιδέα να επιτραπεί στους κατασκευαστές να χτίζουν ψηλότερες πολυκατοικίες. Έναν ή δύο επιπλέον ορόφους, ως κίνητρο για τη δημιουργία κατοικιών μακροχρόνιας μίσθωσης.
Ωρα 18:00. Ξεκινάει μπαράζ δημοσιευμάτων για σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου.Στο ίδιο τραπέζι κάθονται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Βαγγέλης Μαρινάκης και ο δήμαρχος Πειραιά Γιάννης Μώραλης.
Αντικείμενο; Η επέκταση του γηπέδου Καραϊσκάκη, με στόχο τη χωρητικότητα άνω των 53.000 θέσεων.Ωστόσο υπάρχει ένα πολεοδομικό εμπόδιο: το επιτρεπόμενο ύψος του γηπέδου.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν έχουμε απλώς μια ιδέα για δημόσια συζήτηση.
Έχουμε επίσημη κυβερνητική ανακοίνωση ότι θα δρομολογηθούν οι αναγκαίες νομοθετικές πρωτοβουλίες για να προχωρήσει η επένδυση.
Δηλαδή, στην πρώτη περίπτωση, ο πρωθυπουργός προτείνει να δώσουμε περισσότερους ορόφους στους developers για να αντιμετωπιστεί το στεγαστικό.
Και στη δεύτερη, η κυβέρνησή του δεσμεύεται να προωθήσει νομοθετικές αλλαγές για να προχωρήσει η επέκταση ενός μεγάλου ιδιωτικού γηπέδου.
4 ώρες χωρίζουν τη δημοσίευση των δύο ειδήσεων. Και στις δύο, το ζητούμενο είναι περισσότερο ύψος.
Την ίδια ημέρα, ο πρωθυπουργός εμφανίζεται έτοιμος να συζητήσει την υπέρβαση των πολεοδομικών περιορισμών σε δύο διαφορετικά πεδία: στη μεγάλη ιδιωτική αθλητική επένδυση και στην αγορά κατοικίας.
Σύμπτωση; Ενιαία πολιτική αντίληψη; Ή μήπως η στεγαστική κρίση προσφέρει ένα βολικό κοινωνικό επιχείρημα για μια ευρύτερη χαλάρωση των κανόνων δόμησης;
-Το Καραϊσκάκη και η νομοθεσία στα μέτρα της επένδυσης-
Ο Βαγγέλης Μαρινάκης επιδιώκει τη μετατροπή του Καραϊσκάκη σε ένα μεγαλύτερο γήπεδο, χωρητικότητας άνω των 53.000 θεατών.Μια επένδυση με σημαντικό οικονομικό αντικείμενο, η οποία, σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, απαιτεί ειδική ρύθμιση για το επιτρεπόμενο ύψος του σταδίου.
Κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα μιας ποδοσφαιρικής ομάδας να αποκτήσει καλύτερο γήπεδο. Ούτε την αξία των ιδιωτικών επενδύσεων στις αθλητικές υποδομές.
Το ερώτημα είναι άλλο.Γιατί χρειάζεται ειδική νομοθετική μεταχείριση;
Ποιοι ακριβώς πολεοδομικοί περιορισμοί εμποδίζουν την επένδυση; Για ποιους λόγους είχαν τεθεί; Τι θα αλλάξει; Ποια θα είναι η επίδραση στην περιοχή, στο περιβάλλον, στην κυκλοφορία και στη λειτουργία της πόλης;
Και κυρίως, γιατί μια τέτοια υπόθεση πρέπει να αντιμετωπιστεί με ειδική νομοθετική παρέμβαση και όχι μέσα από ένα γενικό, διαφανές πλαίσιο κανόνων που θα ισχύει για όλους;
-Η δύναμη της κερκίδας και η δύναμη των επιχειρηματικών συμφερόντων-
Υπάρχει όμως και μία άλλη διάσταση, βαθιά πολιτική.Στην Ελλάδα οι μεγάλες ΠΑΕ δεν είναι απλώς αθλητικές εταιρείες.
Συγκεντρώνουν τεράστια κοινωνική επιρροή. Διαθέτουν εκατοντάδες χιλιάδες φιλάθλους. Μπορούν να διαμορφώνουν κλίμα, να προκαλούν πολιτική πίεση και να μετατρέπουν επιχειρηματικές επιδιώξεις σε αιτήματα με μαζική κοινωνική απήχηση.
Αυτό δεν αφορά μόνο τον Ολυμπιακό. Αφορά συνολικά το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο.
Η πολιτική εξουσία γνωρίζει πολύ καλά τη δύναμη της κερκίδας.Και όταν ο ιδιοκτήτης μιας μεγάλης ΠΑΕ διαθέτει ταυτόχρονα ισχυρή επιχειρηματική παρουσία και μέσα ενημέρωσης, η συγκέντρωση επιρροής γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Ο Βαγγέλης Μαρινάκης δεν είναι μόνο πρόεδρος του Ολυμπιακού. Είναι ένας από τους ισχυρότερους επιχειρηματικούς παράγοντες της χώρας, με δραστηριότητες στη ναυτιλία, στο ποδόσφαιρο και στα μέσα ενημέρωσης.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι άσκησε αθέμιτη πίεση για τη συγκεκριμένη ρύθμιση.
Αναδεικνύει, όμως, την υποχρέωση της κυβέρνησης να διασφαλίσει ότι η νομοθετική διαδικασία δεν επηρεάζεται από το μέγεθος της οικονομικής και κοινωνικής ισχύος εκείνου που υποβάλλει το αίτημα.
Γιατί το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής Δημοκρατίας δεν είναι ότι υπάρχουν ισχυροί επιχειρηματίες.Είναι οτι οι ισχυροί αποκτούν μεγαλύτερη πρόσβαση στη διαμόρφωση των νόμων από όση διαθέτει ο απλός πολίτης.
-Το Σύνταγμα γίνεται αντικείμενο συζήτησης για τα μάτια του ολιγάρχη-
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις αποφάσεις 146-149/2025, έκρινε αντισυνταγματικό το συγκεκριμένο σύστημα πολεοδομικών κινήτρων του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού, που επέτρεπε πρόσθετη δόμηση και ύψος.
Και τι είπε ο πρωθυπουργός όταν παρουσίασε την πρόταση για περισσότερους ορόφους;Αναγνώρισε ότι το ανώτατο δικαστήριο έχει εκδώσει αποφάσεις εναντίον τέτοιων κινήτρων και μίλησε για την ανάγκη να βρεθεί ισορροπία μεταξύ περιβαλλοντικής προστασίας και στεγαστικών αναγκών.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα.Το Σύνταγμα δεν είναι μια τεχνική δυσκολία που καλούμαστε να παρακάμψουμε όταν δεν βγαίνει η οικονομική εξίσωση μιας επένδυσης.
Το άρθρο 24 κατοχυρώνει την προστασία του περιβάλλοντος και θέτει συνταγματικές απαιτήσεις στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό.Το άρθρο 21 προβλέπει ειδική κρατική φροντίδα για την απόκτηση κατοικίας από όσους τη στερούνται ή στεγάζονται ανεπαρκώς.
Αυτές οι δύο συνταγματικές επιταγές πρέπει να συνδυάζονται.Δεν μπορεί όμως η ανάγκη για κατοικία ή για την επέκταση ενός γηπέδου να χρησιμοποιείται αυτομάτως ως λευκή επιταγή για αύξηση των συντελεστών δόμησης.
Οι νόμοι υπάρχουν για να θέτουν κανόνες στις επενδύσεις. Όχι για να προσαρμόζονται αυτομάτως στις επιθυμίες των επενδυτών.
-Από το Καραϊσκάκη μέχρι το τελευταίο οικόπεδο-
Στη μία περίπτωση, έχουμε μια ισχυρή ΠΑΕ που ζητά ειδική νομοθετική διευκόλυνση για την επέκταση ενός μεγάλου γηπέδου.Στην άλλη, έχουμε τους κατασκευαστές ακινήτων στους οποίους ο πρωθυπουργός προτείνει πρόσθετα δικαιώματα δόμησης.Και στις δύο περιπτώσεις το κράτος καλείται να αλλάξει ή να επανεξετάσει τους πολεοδομικούς κανόνες.
Η διαφορά είναι ότι στην πρώτη περίπτωση το όφελος συνδέεται με συγκεκριμένη επένδυση, ενώ στη δεύτερη προβάλλεται ένας ευρύτερος κοινωνικός στόχος.Ωστόσο η Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με συντελεστή ισχύος
Το πρόβλημα είναι βαθύτερο από το ύψος ενός γηπέδου ή δύο επιπλέον ορόφους.Είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας.
Ο ισχυρός επιχειρηματίας έχει δικαίωμα να επενδύει, να προτείνει και να διεκδικεί αλλαγές.Δεν έχει όμως δικαίωμα να θεωρεί δεδομένο ότι το κράτος θα προσαρμόζει τη νομοθεσία στις επιδιώξεις του.
Και ο πρωθυπουργός δεν έχει δικαίωμα να αντιμετωπίζει τη νομοθετική εξουσία σαν μηχανισμό εξυπηρέτησης συγκεκριμένων επενδυτικών σχεδίων.
Η Βουλή δεν είναι πολεοδομικό γραφείο μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων.Το Σύνταγμα δεν είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη.Και το δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να ορίζεται αποκλειστικά από το ύψος μιας ιδιωτικής επένδυσης.
Όταν μάλιστα στην εξίσωση εισέρχονται η οικονομική ισχύς, η επιρροή των μέσων ενημέρωσης και η κοινωνική δύναμη των μεγάλων ποδοσφαιρικών ομάδων, η ανάγκη θεσμικής διαφάνειας γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Η Δημοκρατία δεν μετριέται από το πόσο ψηλά μπορούν να χτίσουν οι ισχυροί, αλλά από το αν ο νόμος στέκεται στο ίδιο ύψος απέναντι σε όλους.





















