Μια παλιά φωτογραφία μπορεί να χωρέσει μέσα της μια ολόκληρη εποχή. Να ξυπνήσει πρόσωπα, μυρωδιές, φωνές, συνήθειες και εικόνες που μπορεί να χάθηκαν με το πέρασμα των χρόνων, αλλά παραμένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη όσων τις έζησαν.
Αυτό ακριβώς κατάφερε ο Διονύσης Φραγκισκάτος, δημοσιεύοντας μια φωτογραφία από τον παλιό σταθμό των ΚΤΕΛ στο Αργοστόλι. Μια εικόνα που δεν αποτυπώνει απλώς ένα σημείο της πόλης, αλλά μια ολόκληρη καθημερινότητα, έναν τρόπο ζωής και μια κοινωνία που είχε διαφορετικούς ρυθμούς, διαφορετικές αξίες και μια μοναδική αίσθηση γειτονιάς.
Τότε που η αγορά γύρω από το ΚΤΕΛ αποτελούσε το εμπορικό κέντρο του Αργοστολίου. Τότε που η παραλιακή ήταν δρόμος διπλής κατεύθυνσης και οι άνθρωποι συναντιούνταν καθημερινά χωρίς βιασύνη, με μια καλημέρα, μια κουβέντα και ένα χαμόγελο.
Στη μνήμη ζωντανεύουν το περίπτερο του Λευτέρη, όπου περνούσαν όλοι για εφημερίδα, τσιγάρα ή μια σύντομη κουβέντα. Το μπακάλικο του Κρητικού, ο φούρνος Παυλάτου–Σιμάτου (Ξύγκου), με το άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού να πλημμυρίζει τη γειτονιά, το χαρακτηριστικό πορτοκαλί BMW του Σιμάτου που δύσκολα περνούσε απαρατήρητο, το παντοπωλείο του Ανδρέα Θεοτοκάτου, τα φρούτα και το σούπερ μάρκετ Πολλάτου, καταστήματα που εξυπηρετούσαν καθημερινά τους κατοίκους και αποτελούσαν σημεία αναφοράς της τοπικής αγοράς.
Ξεχωριστή θέση στη φωτογραφία έχει και το λεωφορείο στην αφετηρία για τα Δειλινάτα, με οδηγό τον Τυρανό (Λουράντο), μια εικόνα που φέρνει στη μνήμη αμέτρητες διαδρομές, ιστορίες και ανθρώπους που μεγάλωσαν με τα δρομολόγια των παλιών ΚΤΕΛ.
Δεν είναι μόνο τα κτίρια ή τα καταστήματα που προκαλούν συγκίνηση. Είναι οι άνθρωποι. Οι σχέσεις που αναπτύσσονταν καθημερινά, οι επαγγελματίες που γνώριζαν όλους με το μικρό τους όνομα, οι γειτονιές που λειτουργούσαν σαν μία μεγάλη οικογένεια. Ήταν μια εποχή που οι αγορές δεν ήταν μια βιαστική υποχρέωση, αλλά μια κοινωνική συνάντηση, μια ευκαιρία για συζήτηση, για νέα, για ανθρώπινη επαφή.
Και μέσα σε όλες αυτές τις εικόνες, ξεχωρίζει η φράση που θυμάται από τον πατέρα του:
«Εμείς δεν περπατάμε για να ψωνίσουμε… κουνάμε τα χέρια μας…»
Μια φράση που συμπυκνώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο την καθημερινότητα εκείνης της εποχής. Οι σακούλες ήταν πάντα γεμάτες από τα μικρά μαγαζιά της πόλης και τα χέρια κουρασμένα από τα ψώνια, αλλά κανείς δεν παραπονιόταν. Ήταν η εποχή που οι τοπικές επιχειρήσεις στήριζαν την κοινωνία και η κοινωνία ανταπέδιδε, δημιουργώντας έναν ζωντανό εμπορικό ιστό που έδινε ζωή στο Αργοστόλι.
Η ανάρτηση του Διονύση Φραγκισκάτου δεν είναι απλώς μια αναφορά στο παρελθόν. Είναι μια υπενθύμιση ότι η ιστορία μιας πόλης γράφεται από τους ανθρώπους της, τις μικρές καθημερινές στιγμές, τις γειτονιές, τα καταστήματα και τις αναμνήσεις που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.
Για όσους έζησαν εκείνα τα χρόνια, η φωτογραφία αποτελεί ένα συγκινητικό ταξίδι στη μνήμη. Για τους νεότερους, είναι μια πολύτιμη ματιά στο Αργοστόλι που υπήρξε, σε μια πόλη διαφορετική, αυθεντική και γεμάτη ζωή, που συνεχίζει να ζει στις καρδιές των ανθρώπων της.




















