Η συνέντευξη ενός πρωθυπουργού σε άμυνα: Τα σημάδια μιας επερχόμενης πολιτικής μετατόπισης

Newsroom

Η πρωινή συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ΕΡΤ έμοιαζε περισσότερο με μια δημόσια άσκηση άμυνας παρά με πραγματική επικοινωνιακή πρωτοβουλία.

Κάθε της λεπτό ανέδιδε την αίσθηση ενός ανθρώπου που προσπαθεί απεγνωσμένα να συγκρατήσει ένα αφήγημα που πλέον δεν τον υπακούει, ενός ηγέτη που νιώθει την πολιτική γεωγραφία να αλλάζει ταχύτερα απ’ ό,τι μπορεί ο ίδιος να παραγάγει συνεκτική στρατηγική.

Η επίμονη επανάληψη περί «ενίσχυσης εισοδήματος», οι μηχανικές αναφορές σε τεχνικά ζητήματα όπως η «Γραμμή 4» και το κυκλοφοριακό, η υπεκφυγή γύρω από την καθημερινότητα της ακρίβειας, όλα έμοιαζαν με σπασμωδικές κινήσεις μιας ηγεσίας που γνωρίζει ότι δεν μιλά πια σε πεισμένο κοινό, αλλά σε ένα σύνολο πολιτών που έχει αρχίσει να βλέπει τα σημάδια μιας εσωτερικής κατάρρευσης.

Και αυτή η κατάρρευση δεν είναι αφηρημένη.

Έχει όνομα, ρυθμό και κατεύθυνση.
Οι κρυφές δημοσκοπήσεις, που εδώ και εβδομάδες κυκλοφορούν στα πολιτικά γραφεία, δείχνουν μια Νέα Δημοκρατία σε απότομη κάμψη και έναν πρωθυπουργό που δεν καταφέρνει να συγκρατήσει ούτε το ίδιο του το κομματικό σώμα.

Σε αυτό το ήδη εύφλεκτο πλαίσιο, η σταθερή και απολύτως συντεταγμένη παρουσία του Αντώνη Σαμαρά λειτουργεί όχι ως απειλή —αυτή η λέξη είναι μικρή— αλλά ως πόλος σοβαρότητας, ως ένα κέντρο βάρους που αρχίζει να αναδιατάσσει το εσωτερικό της παράταξης με τρόπο που ούτε οι φίλοι ούτε οι αντίπαλοι του πρωθυπουργού μπορούν πλέον να αγνοήσουν. Η πολιτική πυκνότητα και η εσωτερική συνέπεια που διαχρονικά χαρακτηρίζουν τον Σαμαρά επανεμφανίζονται σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση βρίσκεται σε μόνιμο καθεστώς διαρροής και αδυναμίας παραγωγής ολοκληρωμένου αφηγήματος.

Το αποτέλεσμα είναι ένα κλίμα νευρικότητας στο Μέγαρο Μαξίμου που αντικατοπτρίζεται άμεσα στην αμηχανία της χθεσινής συνέντευξης.

Από την άλλη πλευρά, η επικείμενη έκδοση του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα προσθέτει μια δεύτερη, διαφορετικής φύσης πίεση. Όχι επειδή ο Τσίπρας αντλεί ξαφνικά νέα πολιτική ισχύ, αλλά επειδή το βιβλίο του ανοίγει εκ των πραγμάτων μια συζήτηση που η σημερινή κυβέρνηση δεν επιθυμεί καθόλου: επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα που η κοινωνία έχει απωθήσει αλλά όχι ξεχάσει, ενεργοποιεί αντιπολιτευτικούς μηχανισμούς και αναγκάζει το πολιτικό σύστημα να αναστοχαστεί την περίοδο 2015–2019, μια περίοδο που, όσο κι αν προσπαθεί ο Μητσοτάκης να την χρησιμοποιήσει εργαλειακά, δεν επιδέχεται πια εύκολη διαχείριση.

Η ταυτόχρονη κινητικότητα Σαμαρά και Τσίπρα —διαφορετικού εύρους, διαφορετικής στόχευσης, αλλά με παρόμοιο αποτέλεσμα: αποσταθεροποίηση του κυβερνητικού κέντρου— δημιουργεί μια πολιτική κλίση που ο πρωθυπουργός δείχνει πλέον αδύναμος να ανακόψει.

Ακριβώς γι’ αυτό η επίμονη αναφορά του Μητσοτάκη στις «εκλογές του 2027» ηχεί όχι ως προγραμματικός λόγος αλλά ως οριακή προσπάθεια αυτοπειθούς. Η φράση έχει τη λειτουργία ενός προσωπικού ξορκισμού που δεν πείθει κανέναν, ούτε καν εκείνον που την προφέρει.

Είναι μια ρητορική κίνηση που θυμίζει ηγεσίες που έχουν ξεκινήσει να χάνουν την ισορροπία τους: όταν ο ηγέτης αναγκάζεται να ορκίζεται στον χρόνο, αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος έχει ήδη αρχίσει να του ξεφεύγει.

Η ίδια η επιμονή του, η ένταση με την οποία το επαναλαμβάνει, λειτουργεί ως ομολογία αδυναμίας: κανείς πολιτικά σταθερός δεν χρειάζεται να βεβαιώνει τόσο επίμονα κάτι που θεωρείται αυτονόητο.

Όταν τοποθετεί κανείς όλα αυτά στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, το νόημα της συνέντευξης αποκαλύπτεται: δεν ήταν μια εμφάνιση αυτοπεποίθησης. Ήταν μια δημόσια διαχείριση πανικού.

Ένας πρωθυπουργός που βλέπει τα στηρίγματά του να τρίζουν —κομματικά, κοινοβουλευτικά, κοινωνικά— προσπάθησε να ανασυγκροτήσει μια αφήγηση κραταιότητας, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να κάνει ακόμη πιο ορατές τις ρωγμές.

Και όσο ο Σαμαράς οργανώνει μια σοβαρή, θεσμική παρουσία στον δημόσιο λόγο, και όσο ο Τσίπρας επιστρέφει με το βιβλίο του σε μια συζήτηση που η κυβέρνηση δεν ήθελε να ξανανοίξει, τόσο η ρητορική περί «2027» θα ηχεί όλο και πιο άδεια, σαν μια υπόσχεση που έχει ήδη ξεπεραστεί από την πραγματικότητα.

Με δύο λόγια: η σημερινή συνέντευξη στην ΕΡΤ δεν έδειξε έναν ηγέτη που ελέγχει το παιχνίδι. Έδειξε έναν ηγέτη που προσπαθεί να πείσει ότι το παιχνίδι δεν έχει ήδη αλλάξει.

Και αυτό, στην πολιτική, είναι πάντα το πιο καθαρό σημάδι ότι η αλλαγή έχει ήδη ξεκινήσει.

spot_img
spot_img

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ