Δύο κορίτσια, δεκαεπτά χρονών, ανέβηκαν σε μια ταράτσα στην Αθήνα λίγο πριν τις εισαγωγικές εξετάσεις τους. Το ένα παιδί σκοτώθηκε. Το άλλο χαροπαλεύει. Και μέσα στο γράμμα που άφησε πίσω της η μία, δεν υπάρχει μόνο η προσωπική απόγνωση ενός παιδιού. Υπάρχει η εξομολόγηση μιας ολόκληρης γενιάς που μεγαλώνει μέσα στον φόβο, την εξάντληση και την αίσθηση ότι το μέλλον είναι ήδη χαμένο.
Παιδιά που μαθαίνουν από πολύ νωρίς ότι η αξία τους θα μετρηθεί με βαθμούς, επιδόσεις, χρήματα, επιτυχίες. Παιδιά που εκπαιδεύονται να φοβούνται την αποτυχία σαν κοινωνικό θάνατο. Που κοιτούν μπροστά και δεν βλέπουν ζωή, αλλά έναν ατελείωτο διάδρομο διαρκούς επανεξέτασης, επισφάλειας, μια ζωή υπό την απειλή της φτώχειας και της εγκατάλειψης.
Και όταν η κοινωνία τούς λέει διαρκώς πως «όλα εξαρτώνται από εσένα τον ίδιο», «πίστεψε στον εαυτό σου», «πάλεψε και θα τα καταφέρεις», «κάνε τα όνειρα σου πραγματικότητα» τότε η ατομική ευθύνη γίνεται ατομική φυλακή. Αν δεν αντέξεις, θα πιστέψεις ότι φταις εσύ. Αν λυγίσεις, θα νομίζεις ότι είσαι εσύ το πρόβλημα και όχι ο κόσμος που σε συνθλίβει.
Αυτό είναι το έγκλημα μιας κοινωνίας που υπακούει ολοκληρωτικά στους νόμους της αγοράς και του εμπορεύματος. Μιας κοινωνίας που παράγει άγχος, κατάθλιψη και απελπισία στα ίδια της τα παιδιά, ενώ μετά προσποιείται πως “σοκάρεται” όταν αυτά καταρρέουν.
Ένα κράτος που διαλύει κάθε μορφή συλλογικής φροντίδας, που εγκαταλείπει τη δημόσια ψυχική υγεία, που μετατρέπει την εκπαίδευση σε αρένα ανταγωνισμού και τη ζωή σε αδιάκοπη αξιολόγηση, δεν μπορεί να παριστάνει τον αθώο μπροστά στα νεκρά παιδιά μας.
Δεν χρειαζόμαστε άλλα κούφια λόγια περί “ευαισθητοποίησης”.
Χρειαζόμαστε μια εξέγερση της φροντίδας.
Να ξαναφτιάξουμε σχέσεις αλληλεγγύης απέναντι στην κοινωνική ερημοποίηση. Να μιλήσουμε ανοιχτά για τον ψυχικό πόνο χωρίς ντροπή. Να σταματήσουμε να θεωρούμε φυσιολογικό έναν κόσμο που εξοντώνει τα παιδιά του πριν καν προλάβουν να ζήσουν.
Γιατί κανένα παιδί δε γεννιέται πιστεύοντας ότι η ζωή δεν αξίζει. Ένας ολόκληρος κόσμος το μαθαίνει αυτό στα παιδιά του.
Και ίσως το πιο τρομακτικό δεν είναι ότι δύο παιδιά ανέβηκαν σήμερα σε μια ταράτσα. Το πιο τρομακτικό είναι πόσα άλλα παιδιά στέκονται καθημερινά στο χείλος της ίδιας αόρατης ταράτσας — σιωπηλά, εξαντλημένα, τρομοκρατημένα, ανίκανα να φανταστούν έναν κόσμο όπου θα μπορούν απλώς να υπάρξουν χωρίς να αποδεικνύουν συνεχώς την αξία τους.
Ζούμε μέσα σε μια εποχή που μετατρέπει κάθε ανθρώπινη ανάγκη σε ατομικό πρόβλημα και κάθε ανθρώπινη αδυναμία σε προσωπική αποτυχία. Αν είσαι κουρασμένος, φταις που δεν αντέχεις αρκετά. Αν φοβάσαι, φταις που δεν είσαι “δυνατός”. Αν καταρρεύσεις, θα σου πουν να “ζητήσεις βοήθεια”, αλλά ποτέ όλοι αυτοί γύρω μας δεν θα τολμήσουν να αγγίξουν το σύστημα που γεννά μαζικά την απόγνωση.
Όμως η κατάθλιψη των παιδιών δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, είναι πολιτικό γεγονός. Η απελπισία μιας ολόκληρης γενιάς δεν γεννήθηκε μέσα στο κενό. Γεννήθηκε μέσα σε σχολεία-μηχανές άγχους, μέσα σε οικογένειες εξουθενωμένες από την επιβίωση, μέσα σε πόλεις χωρίς κοινότητα, χωρίς χρόνο, χωρίς ανάσα, μέσα σε μια οικονομία που εκπαιδεύει τους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον σαν ανταγωνιστές και τον ίδιο τους τον εαυτό σαν εμπόρευμα.
Οι κοινωνίες δεν είναι μηχανές, οι άνθρωποι δεν είναι αυτόματα, η φροντίδα δεν είναι φιλανθρωπία. Είναι πράξη αντίστασης.
Φροντίδα σημαίνει να σπάσουμε τη σιωπή. Να προστατεύσουμε ο ένας τον άλλον από τη βία της απομόνωσης. Να δημιουργήσουμε χώρους όπου κανένα παιδί δεν θα νιώθει μόνο απέναντι στον τρόμο του μέλλοντος. Να αρνηθούμε τον κόσμο που απαιτεί από τους ανθρώπους να αυτοκαταστρέφονται για να θεωρηθούν “άξιοι”. Απέναντι σε μια κοινωνία οργανωμένη γύρω από τον ανταγωνισμό, η αλληλεγγύη γίνεται εξέγερση.
Απέναντι σε έναν πολιτισμό που μαθαίνει στα παιδιά του να φοβούνται τη ζωή, η κοινωνική αλληλεγγύη, η αμοιβαία φροντίδα, η αλληλοβοήθεια γίνονται οι τελευταίες μορφές ελευθερίας. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΝΟΙΑΖΕΣΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ!
Το κράτος δεν είναι ένας ουδέτερος παρατηρητής αυτής της καταστροφής. Είναι οργανωτής της. Εδώ και χρόνια χτίζει μια κοινωνία όπου τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα στον φόβο και την ανασφάλεια. Διαλύει τη δημόσια παιδεία και μετατρέπει τη γνώση σε μηχανισμό εξόντωσης και ταξικής επιλογής. Μετατρέπει τις πανελλήνιες σε μια τελετουργία ψυχικής βίας, όπου δεκαεπτάχρονα παιδιά καλούνται να πιστέψουν ότι η αξία και ολόκληρο το μέλλον τους θα κριθούν μέσα σε λίγες εξετάσεις.
Την ίδια στιγμή, το κράτος εγκαταλείπει πλήρως την ψυχική υγεία. Υποστελεχωμένες δημόσιες δομές, ανύπαρκτη πρόληψη, σχολεία χωρίς ουσιαστική ψυχοκοινωνική στήριξη, οικογένειες που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά ιδιωτική βοήθεια. Και πάνω σε όλα αυτά, μια συνεχής κρατική προπαγάνδα “αριστείας”, ανταγωνισμού και ατομικής ευθύνης.
Έτσι, η κοινωνική βία μεταφράζεται σε προσωπική ενοχή.
Το παιδί που λυγίζει πιστεύει ότι απέτυχε το ίδιο — όχι ότι εγκαταλείφθηκε.
Αυτό είναι το πιο σκοτεινό επίτευγμα του σύγχρονου κράτους: να παράγει μαζικά ψυχική εξάντληση και ύστερα να παρουσιάζει την κατάρρευση ως ατομικό πρόβλημα. Να απαιτεί από τους ανθρώπους να επιβιώνουν μόνοι τους μέσα σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο αβίωτος, και όταν δεν αντέχουν, να τους αφήνει μόνους ακόμη και μέσα στον πόνο τους.
Κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να μεγαλώνει με τον τρόμο ότι αν αποτύχει στις εξετάσεις, απέτυχε στη ζωή. Κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να αισθάνεται ότι δεν υπάρχει θέση γι’ αυτό μέσα στον κόσμο. Και όμως, αυτό ακριβώς παράγει καθημερινά η κρατικά οργανωμένη κοινωνική πραγματικότητα του ανταγωνισμού, της εγκατάλειψης και του φόβου.
Και μαζί με το κράτος, υπάρχει και μια κοινωνία που βυθίζεται ολοένα περισσότερο στη δική της αποσύνθεση. Μια κοινωνία ναρκωμένη μέσα στην ψηφιακή αδράνεια, τον ναρκισσισμό, τον κυνισμό, την αδιαφορία, τις φοβίες, την εμμονή της ατομικής επιβίωσης και προβολής. Άνθρωποι εξαντλημένοι, φτωχοποιημένοι και φοβισμένοι, που αντί να συναντηθούν μεταξύ τους, κλείνονται όλο και πιο βαθιά μέσα στην απομόνωσή τους.
Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη αξία μετριέται με likes, επιδόσεις, χρήματα και κοινωνική επιβεβαίωση. Μέσα σε μια αδιάκοπη σύγκριση που γεννά ντροπή, άγχος και αίσθηση ανεπάρκειας.
Και την ίδια στιγμή, η πνευματική ένδεια εξαπλώνεται παντού: μια κοινωνία χωρίς χρόνο για σκέψη, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία, χωρίς συλλογικότητα, χωρίς όνειρο πέρα από την κατανάλωση και την επιβίωση.
Η υπακοή παρουσιάζεται ως ωριμότητα. Η αδιαφορία ως ρεαλισμός. Η ιδιοτέλεια ως φυσικός νόμος. Κι έτσι, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνηθίζουν τον πόνο των άλλων. Συνηθίζουν την κατάθλιψη των παιδιών, τη μοναξιά, τα ψυχικά αδιέξοδα, σαν να είναι φυσικά φαινόμενα και όχι το αποτέλεσμα μιας βαθιά άρρωστης κοινωνικής οργάνωσης.
Αντί να αναρωτηθούμε γιατί τα παιδιά δεν αντέχουν να ζήσουν μέσα σε αυτόν τον κόσμο, εκπαιδευόμαστε να κοιτάμε αλλού. Να συνεχίζουμε κανονικά. Να καταναλώνουμε εικόνες καταστροφής για λίγα δευτερόλεπτα πριν επιστρέψουμε ξανά στην ψηφιακή νάρκωση και στην ιδιωτική μας φυλακή.
Αλλά καμία κοινωνία δεν μπορεί να λέγεται ανθρώπινη όταν τα παιδιά της μαθαίνουν από τόσο νωρίς ότι είναι μόνα τους. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να λέγεται ζωντανή όταν έχει χάσει τη δυνατότητα να φροντίζει, να ακούει και να πενθεί πραγματικά.
Γιατί η μεγαλύτερη φτώχεια μας δεν είναι μόνο η οικονομική. Είναι η απώλεια της συλλογικής ψυχής.
Να παλέψουμε για μια άλλη κοινωνία!
Να σταθούμε απέναντι στους νόμους της αγοράς και στους καταναγκασμούς του κέρδους. Μια κοινωνία όπου η ζωή δεν θα οργανώνεται γύρω από τον ανταγωνισμό, την απόδοση και τον φόβο της αποτυχίας, αλλά γύρω από τη φροντίδα, την αλληλεγγύη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Γιατί όσο οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται σαν αναλώσιμες μονάδες παραγωγής, όσο τα παιδιά μεγαλώνουν εκπαιδευμένα να φοβούνται ότι δεν θα “τα καταφέρουν”, όσο η αξία της ζωής θα μετριέται με χρήματα, επιτυχίες και κοινωνική επιβεβαίωση, η απόγνωση θα επιστρέφει ξανά και ξανά μέσα στα σπίτια, στα σχολεία και στις ψυχές των ανθρώπων.
Η αγορά δεν παράγει ελευθερία. Παράγει απομόνωση, εξάντληση και ψυχικό πόλεμο όλων εναντίον όλων.
Απέναντι σε αυτόν τον κόσμο, οφείλουμε να υπερασπιστούμε μια διαφορετική μορφή ζωής:
κανένας άνθρωπος δεν είναι εμπόρευμα, κανένα παιδί δεν πρέπει να μεγαλώνει τρομοκρατημένο για το μέλλον του, η ανθρώπινη ύπαρξη αξίζει πέρα από την παραγωγικότητα και την επιτυχία.
Να δημιουργήσουμε κοινότητες φροντίδας μέσα στα ερείπια της κοινωνικής ερημοποίησης.
Να ξαναμάθουμε να στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον χωρίς συμφέρον και ανταγωνισμό.
Να υπερασπιστούμε τον χρόνο, τη συντροφικότητα, τη συλλογική ζωή, τη δημιουργία, την ευαισθησία και την ίδια τη δυνατότητα να υπάρχουμε ανθρώπινα.
Η εξέγερση της φροντίδας δεν είναι ένα σύνθημα, μια αφηρημένη συμβουλή ηθικής, μια ιδεαλιστική προσμονή. Είναι αγώνας για την ίδια τη ζωή απέναντι σε έναν πολιτισμό που μαθαίνει καθημερινά στους ανθρώπους να μισούν τον εαυτό τους και να φοβούνται το μέλλον.
ΚΕΙΜΕΝΟ: Τάσος Σαγρής / Κενό Δίκτυο















![Ανησυχητική εικόνα στη γέφυρα του στενού Πόρου – Εκτεταμένη διάβρωση στο πρόσθετο τμήμα της κατασκευής[pics&vid]](https://kefaloniafocus.com/wp-content/uploads/2026/05/IMG_4116-100x70.jpeg)

