Γιατί αφορά ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η τιμωρητική εξουσία και τα όρια ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εκδίκηση. Γιατί τέτοιες πρακτικές δεν φανερώνουν την ισχύ της δημοκρατίας – οπως επικαλούνται διάφοροι τάχατες υπασπιστές της – αλλά ένα αδίστακτο και αυταρχικό κράτος που μετατρέπει την ποινή σε μέσο πολιτικής και συμβολικής εξόντωσης.
Μετά από 24 χρόνια εγκλεισμού, έχοντας λάβει κανονικά άδειες από το 2022, έχοντας αποφυλακιστεί με δικαστική απόφαση και αυστηρούς περιοριστικούς όρους για λόγους υγείας, ο Άρειος Πάγος αποφασίζει τώρα την ανατροπή της αποφυλάκισής του.
Το ερώτημα ωατόσο, δεν είναι αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί πολιτικά με τον Γιωτόπουλο. Το ερώτημα είναι τι ακριβώς επιχειρεί να επιτελέσει μια τέτοια απόφαση.
Πόσο απέχει η απρόσωπη γραφειοκρατική διαδικασία από την τιμωρητική βία; Πόσο ουδέτερη είναι μια δικαιοσύνη που επιστρέφει έναν βαριά ηλικιωμένο κρατούμενο στη φυλακή ενώ βρισκόταν ήδη εκτός αυτής με δικαστική απόφαση; Και κυρίως, ποιο είναι το πραγματικό επίδικο; Η προστασία της κοινωνίας ή η διαρκής επιβεβαίωση ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν δικαιούνται ποτέ να πάψουν να τιμωρούνται;
Σε μια χώρα όπου η οικογένεια Μητσοτάκη έχει συνδέσει το όνομά της με την υπόθεση της 17Ν όσο καμία άλλη πολιτική οικογένεια, είναι δύσκολο να μη δει κανείς σε αυτή την εξέλιξη και μια διάσταση πολιτικού ρεβανσισμού. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι η δικαιοσύνη, αλλά η ανάγκη να παραμένει ανοιχτός ένας λογαριασμός που δεν πρέπει ποτέ να κλείσει.
Άλλωστε, όπου δεν φτάνει ο νόμος, κατασκευάζεται ένας άλλος νόμος κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της εξουσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Γιωτόπουλος πρέπει να παραμείνει έγκλειστος έως ότου συμπληρώσει 25 χρόνια κράτησης, επικαλούμενο το νομοθετικό πλαίσιο που θεσπίστηκε τα τελευταία χρόνια για τους πολυισοβίτες, μέσα σε ένα πολιτικό κλίμα που διαμορφώθηκε ακριβώς από τις αλλεπάλληλες προσπάθειες αποφυλάκισης του Δημήτρη Κουφοντίνα.
Επομένως, η ποινή παύει να αφορά το αδίκημα και αρχίζει να αφορά το πρόσωπο. Η έκτιση της ποινής καθίσταται άνευ σημασίας, αφού όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν θεωρούνται ποτέ αρκετά. Το ζητούμενο δεν είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά να παραταθεί η τιμωρία. Μέχρι να εξαντληθεί ο άνθρωπος που την κουβαλά.
Σαν να μην πρόκειται να ησυχάσουν μέχρι να επιστρέψει οριστικά εκεί απ’ όπου δεν ήθελαν ποτέ να βγει: στο κελί του στον Κορυδαλλό, για να αφήσει εκεί την τελευταία του πνοή.




















