Άπειρα πολιτικά ψεύδη εκφέρονται ως τεχνάσματα τακτικής και λησμονούνται γρήγορα, και άλλα, βαρύτερα, επιχειρούν να μεταμφιέσουν την ίδια τη φύση των πραγμάτων. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει η περίπτωση Τσίπρα στο ζήτημα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας. Εδώ δεν είχαμε απλώς μια ατελέσφορη απόπειρα μεταρρύθμισης, ούτε μια υπαναχώρηση υπό την πίεση του γνωστού ελληνορθόδοξου συντηρητισμού.
Είχαμε κάτι βαθύτερα κυνικό: την απόπειρα να ονομαστεί «διαχωρισμός» η αναδιάταξη της συνεξάρτησης, να βαφτιστεί ελευθερία η ανακαίνιση της ομηρίας, να παρουσιαστεί ως γενναία τομή εκείνο που στην πραγματικότητα ήταν μια προσεκτικά υπολογισμένη διαπραγμάτευση αμοιβαίων εγγυήσεων.
Αυτή είναι η ειδική μορφή της πολιτικής απάτης του Τσίπρα: όχι ότι δεν έκανε όσα υποσχέθηκε, αλλά ότι πρόφερε την ίδια την αθέτηση ως υπόσχεση εκπληρωμένη. Ότι επένδυσε πάνω στη λέξη «συμφωνία» όλο το συμβολικό κεφάλαιο μιας προοδευτικής ρήξης, για να παραδώσει στο τέλος μια πιο κομψή, πιο εξευγενισμένη, πιο τεχνοκρατικά θυμιατισμένη μορφή του ίδιου παλαιού δεσμού.
Και σαν να μην έφθανε το αρχικό ψεύδος, επιστρέφει τώρα η μεταγενέστερη αγιογράφησή του, αυτή η δεύτερη αθλιότητα, που είναι συχνά χειρότερη από την πρώτη.
Γιατί δεν αρκεί στην εξουσία να ψεύδεται. Θέλει πάντοτε, σε δεύτερο χρόνο, να ευλογεί το ψεύδος της με μια αφήγηση ήθους, εγκαρδιότητας και αμοιβαίου σεβασμού.
Έτσι η ιστορία μιας εμφανώς ψευδεπίγραφης «μεταρρύθμισης» δεν ανακαλείται σήμερα ως πολιτικό μάθημα, αλλά ως σχεδόν συγκινητική ιστορία ειλικρίνειας, σαν να επρόκειτο για μια χαμένη δυνατότητα συνεννόησης ανάμεσα σε δύο «έντιμους» ανθρώπους.
Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική λογοδοσία εξαφανίζεται και στη θέση της εγκαθίσταται ένα ηθικιστικό παραμύθι για πρόσωπα που τάχα κοιτάχτηκαν στα μάτια.
Αλλά το ερώτημα δεν είναι αν κοιτάχτηκαν στα μάτια.
Το ερώτημα είναι τι ακριβώς κοίταζαν. Και φοβάμαι ότι κοίταζαν αμφότεροι το ίδιο πράγμα: πώς θα διατηρηθεί το πλέγμα των αμοιβαίων εξυπηρετήσεων χωρίς να διαρραγεί το προοδευτικό προσωπείο του ενός και χωρίς να θιγεί το θεσμικό βάρος του άλλου. Η ελληνική πολιτική έχει από παλιά αυτό το χάρισμα: να βυθίζει τις πιο χονδροειδείς συναλλαγές σε μια γλώσσα μειλίχια, ήπια, σχεδόν ποιμαντική, ώστε το κοινό να νομίζει ότι παρακολουθεί διάλογο πολιτισμού, ενώ στην πραγματικότητα παρακολουθεί διαχείριση συσχετισμών.
Γι’ αυτό και η παρουσία του Ιερωνύμου στην πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη του Τσίπρα στον Χατζηνικολάου δεν ήταν μια αθώα, ελαφρώς άκομψη δημόσια στιγμή.
Ήταν άλλο ένα σύμπτωμα θεσμικής και πνευματικής εκπτώσεως.
Ο Αρχιεπίσκοπος δεν προσήλθε εκεί ως μάρτυρας μιας υπερβατικής αλήθειας αλλά ως παράγων νομιμοποιήσεως ενός πολιτικού αφηγήματος. Και αυτό καθίσταται σχεδόν ειρωνικό από τη χρονική συγκυρία: τόσο κοντά στην εορτή της εγέρσεως του Λαζάρου, ο δημόσιος βίος μας κλήθηκε να παρακολουθήσει την ανάσταση ενός νεκρού πολιτικού μύθου. Μια ιδιότυπη παραλειτουργία της επικοινωνίας, όπου το τηλεοπτικό στούντιο υποκαθιστά τον ναό, ο δημοσιογράφος τη λιτανεία, ο πολιτικός το κήρυγμα και ο Αρχιεπίσκοπος προσφέρει, όχι ευαγγελικό λόγο, αλλά μια λεπτή, σχεδόν πατερναλιστική έγκριση στον παλαιό διαχειριστή της απάτης. Και βέβαια αντί το τηλεοπτικό κοινό με το χαμηλό IQ 90,77 (54η θέση παγκοσμίως) να ακούσει «Αλέξη, δεύρο έξω», είδαμε να εξέρχεται από τον τάφο του το κουφάρι μιας παλιάς προοδευτικής μυθολογίας, τυλιγμένο ακόμη στα σάβανά του, και να μας παρουσιάζεται ως ζωντανό σώμα πολιτικής αξιοπιστίας.
Αλλά το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό.
Κάθε φορά που η Εκκλησία επιτρέπει στον εαυτό της να λειτουργεί ως επικυρωτικός μηχανισμός κοσμικών αφηγήσεων, κάθε φορά που η ιεραρχία συγχέει το βάρος του ποιμαντικού λόγου με την επιρροή της επικοινωνιακής παρέμβασης, τραυματίζει η ίδια το μυστήριο που υποτίθεται ότι διακονεί.
Η Εκκλησία δεν εξευτελίζεται μόνο όταν εκκοσμικεύεται χονδροειδώς.
Εξευτελίζεται ακόμη περισσότερο όταν ενδύεται την όψη της ήπιας θεσμικής σοφίας για να συμμετάσχει στην ανακύκλωση του πολιτικού ψεύδους.
Τότε δεν προδίδει απλώς την αλήθεια της, αλλά την ανταλλάσσει με ένα υποκατάστατο κύρους.
Παύει να είναι τόπος εσχατολογικής κρίσεως του κόσμου και καταντά εργαλείο εξωραϊσμού του.
Παύει να εκφέρει λόγο μετανοίας και γίνεται τεχνικός σύμβουλος της δημόσιας εικόνας.
Παύει να μαρτυρεί την ασυμβατότητα του Ευαγγελίου με τις δομές της ιδιοτέλειας και επιδίδεται σε μια ευπρεπισμένη συνενοχή με αυτές.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ήττα για την εκκλησιαστική συνείδηση από το να πιστέψει ότι η αποστολή της είναι να χαρίζει ηθική νομιμότητα σε πρόσωπα και σχήματα εξουσίας, αντί να παραμένει ενοχλητική, εσχατολογικά ανυπότακτη, ασυμβίβαστη με κάθε χρήση του ιερού ως πολιτικού αρώματος.
Γι’ αυτό και το θέμα του διαχωρισμού δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως προεκλογικό φολκλόρ ή ως ρητορική για προοδευτικές διακηρύξεις χωρίς αντίκρισμα. Πρέπει να τεθεί ξανά, βίαια σχεδόν, στο κέντρο των πολιτικών θέσεων των κομμάτων στις επερχόμενες εκλογές. Όχι με τις γνωστές νεφελώδεις εκφράσεις περί «εξορθολογισμού» και «σεβασμού της παράδοσης», αυτές τις διπλωματικές φράσεις που σημαίνουν απλώς ότι κανείς δεν θέλει να θίξει τίποτε ουσιαστικό.
Αλλά με καθαρή γλώσσα: ποιο είναι το νομικό καθεστώς της Εκκλησίας, ποιο το καθεστώς της μισθοδοσίας, ποια η τύχη της περιουσίας, ποια τα όρια παρεμβάσεως της ιεραρχίας στον δημόσιο βίο, ποια η πραγματική έννοια της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους.
Γιατί από ένα σημείο και έπειτα, το πρόβλημα δεν είναι ο κάθε Τσίπρας.
Το πρόβλημα είναι ότι σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό σύστημα έχει επενδύσει στην ίδια ακριβώς τεχνική: υπόσχεται καθαρότητα και παραδίδει θολότητα, μιλά για τομές και συντηρεί μηχανισμούς, διαφημίζει γενναιότητα και ασκεί λογιστική δειλία.
Άλλοι κρύβονται πίσω από το ράσο, άλλοι πίσω από τη λέξη «μεταρρύθμιση», αλλά όλοι καταλήγουν να υπηρετούν την ίδια αρχή: να μη σπάσει ποτέ πραγματικά η ζώνη αμοιβαίας προστασίας ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό και τον εκκλησιαστικό μηχανισμό.
Ο Τσίπρας εξαπάτησε πολιτικά στο ζήτημα αυτό. Και ο Ιερώνυμος, με την απαράδεκτη εμπλοκή του σε αυτή την πρόσφατη σκηνοθεσία, δεν προστάτευσε το κύρος της Εκκλησίας, αλλά το εξέθεσε.
Όποιος σήμερα μιλά ακόμη για εκείνο το επεισόδιο ως δείγμα ειλικρίνειας ή ως ματαιωμένη ιστορική τόλμη, δεν ερμηνεύει την πραγματικότητα.
Την θυμιατίζει.
Και το θυμίαμα, όταν καίγεται για να καλύψει την οσμή της σήψεως, δεν είναι πια λατρεία. Είναι συγκάλυψη.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλες αναστάσεις πολιτικών πτωμάτων, ούτε άλλα μεταρρυθμιστικά ψευδοθαύματα ευλογημένα από τηλεοπτικά στούντιο και εκκλησιαστικές φιλοφρονήσεις.
Χρειάζεται, επιτέλους, το στοιχειώδες θάρρος της διάκρισης: να πει η Πολιτεία τι είναι και τι δεν είναι, να πει η Εκκλησία πού οφείλει να σιωπά και πού να ομιλεί, και να πάψει ο δημόσιος χώρος να κατοικείται από αυτή την υβριδική ομίχλη, όπου η υποκρισία φορά άλλοτε κουστούμι και άλλοτε εγκόλπιο.
Αν δεν γίνει αυτό, τότε δεν θα έχουμε απλώς πολιτικό κυνισμό. Θα έχουμε κάτι χειρότερο: μια κοινωνία IQ 90,77 που συνηθίζει τόσο πολύ στο ψεύδος, ώστε να το αναγνωρίζει ως φυσική της λειτουργία και να το υποδέχεται σχεδόν με ευλάβεια.















![Φωτιά σε αυτοκίνητο στη Λακήθρα – Σοβαρές υλικές ζημιές[pics]](https://kefaloniafocus.com/wp-content/uploads/2026/04/IMG_8468-100x70.jpeg)
