Από την ουρά του ΕΦΚΑ στη σιωπή της διοίκησης: μια ιστορία που ράγισε

Newsroom

Μετά τους πυροβολισμούς που σημειώθηκαν στο χώρο του ΕΦΚΑ και στο Πρωτοδικείο από 89χρονο άνδρα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ανθρώπων, η πρώτη και αυτονόητη πρόταση δεν μπορεί παρά να είναι μία: η ένοπλη βία είναι απολύτως καταδικαστέα.
Δεν υπάρχει εδώ καμία ρωγμή ερμηνείας που να επιτρέπει συμψηφισμούς, καμία βιαστική μετατροπή ενός δράστη σε σύμβολο.
Και όμως, μέσα στο ίδιο υλικό των ρεπορτάζ, υπάρχει ένα γράμμα.
Και αυτό το γράμμα δεν μπορεί να αγνοηθεί όχι για να αθωώσει, αλλά για να εκθέσει.

«Κύριοι των εφημερίδων, καλημέρα. Είμαι ο Π.Κ. Γεννήθηκα στη Μεσσηνία το 1937 και πήγα στρατιώτης το 1959.

Το 1962 πήγα στο Βερολίνο για δουλειά και σχολείο. Το 1970 ταξίδεψα και εγκαταστάθηκα στο Σικάγο. Το 2005 κατέθεσα στο Σικάγο για σύνταξη και η Αμερική μου έβγαλε σύνταξη σε δύο μήνες. Επίσης, κατέθεσα στο Σικάγο τη γερμανική κάρτα και σε έξι μήνες μου έστειλαν τη μεικτή γερμανική σύνταξη.

Στο ίδιο γραφείο και την ίδια ώρα, μαζί με τις δύο κάρτες, κατέθεσα και το ελληνικό ΙΚΑ: το βιβλιάριο ενσήμων και το βιβλιάριο ασθενείας. Οι Αμερικανοί μου είπαν πως θα στείλουν τα χαρτιά στην Ελλάδα και εμένα μου έδωσαν δύο από τα αντίγραφα και κάποια άλλα χαρτιά. Από τότε που πήγαν στην Ελλάδα, άρχισαν τα μεγάλα προβλήματα με το ελληνικό ΙΚΑ και με τα ελληνικά δικαστήρια.

Το ελληνικό ΙΚΑ, αυτή η επιτροπή στην πλατεία Αττικής, όταν με κάλεσε στο γραφείο, με έβρισε χυδαία και με αποκάλεσε «γενίτσαρο» που ήρθα στην Ελλάδα τους και ζητάω σύνταξη· τους έβρισα και εγώ. Και το ελληνικό ΙΚΑ, αφού έχει την πένα και η πένα έχει τη δύναμη, μου έκανε πρώτον μια πλαστογραφία και δεύτερον ένα σαμποτάζ, γράφοντας ένα γράμμα στο γερμανικό ΙΚΑ ότι δεν μου δίνουν ελληνική σύνταξη.

ΥΓ: Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα ελληνικά δικαστήρια και το ελληνικό ΙΚΑ μου φέρθηκαν εδώ στην Ελλάδα –όπου ήρθα και είμαι 20 χρόνια, με σύνταξη στις ΗΠΑ 2.600 δολάρια τον μήνα, επί 20 χρόνια = πάνω από μισό εκατομμύριο δολάρια– σαν αδέσποτο σκυλί του κλώτσου και του μπάτσου.

Και εγώ, το σκυλί, τώρα λύσσαξα και είμαι λυσσασμένος και θα πάω κάποια μέρα στα γραφεία και θα τους δαγκώσω, να λυσσάξουν και αυτοί.

Ο λυσσασμένος,
Π.Κ.»

Αν αφαιρέσει κανείς την τελική εκτροπή, το γράμμα αυτό δεν είναι μια άναρχη κραυγή.
Είναι ένα κείμενο με δομή : καταγωγή, μετανάστευση, εργασία, επιστροφή, σύγκρουση. Μια μικρή αφήγηση βίου που διεκδικεί να αναγνωριστεί ως απόδειξη.
Δεν επικαλείται ιδεολογία, δεν υψώνει θεωρίες. Επικαλείται χρονολογίες, τόπους, ένσημα, διαδικασίες. Δηλαδή αυτό που το ίδιο το κράτος απαιτεί. Και όμως, στο τέλος αυτής της επιμελούς αυτοπαρουσίασης, δεν βρίσκει απάντηση. Συναντιέται με μια προσβολή.

Η φράση «η πένα έχει τη δύναμη» είναι ίσως η πιο πυκνή πρόταση του κειμένου.
Δεν είναι απλώς παράπονο, αφού είναι μια ωμή, σχεδόν ενστικτώδης θεωρία της διοικητικής εξουσίας. Η εξουσία δεν εμφανίζεται ως κραυγή, αλλά ως καταγραφή. Δεν είναι η σύγκρουση σώμα με σώμα, αλλά η απόφαση που λαμβάνεται αλλού και επιστρέφει ως χαρτί. Η πένα δεν υψώνει τον τόνο της, αλλά αρκείται να μετακινεί έναν άνθρωπο από την κατηγορία του δικαιούχου στην κατηγορία του αμφισβητούμενου. Και αυτή η μετακίνηση, αθόρυβη, επαναλαμβανόμενη, μπορεί να διαρκεί χρόνια.

Εδώ ακριβώς ανοίγει η μεγάλη, σχεδόν αθέατη σκηνή: ο ΕΦΚΑ όχι ως υπηρεσία, αλλά ως καθημερινή εμπειρία. Εκεί όπου ηλικιωμένοι, συχνά επιστρέφοντες μετανάστες, με μια ζωή σπασμένη σε χώρες και καθεστώτα, στέκονται σε ουρές κρατώντας σακούλες εγγράφων. Εκεί όπου η βιογραφία τους δεν θεωρείται δεδομένη, αλλά πρέπει να επαναδιατυπωθεί, να τεκμηριωθεί, να εγκριθεί. Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα κι όμως υπάρχει: η επανάληψη της ζωής μπροστά σε ένα γκισέ, σαν να είναι πάντα ελλιπής, πάντα ύποπτη, πάντα υπό αίρεση.

Το γράμμα κορυφώνεται στη μεταφορά του «σκυλιού». Δεν είναι απλώς ύβρη προς τον εαυτό. Είναι η στιγμή που η προσβολή εσωτερικεύεται. Ο άνθρωπος δεν λέει μόνο ότι του φέρθηκαν έτσι· αποδέχεται ότι έγινε έτσι. Και τότε η γλώσσα αλλάζει καθεστώς: από αίτηση γίνεται κραυγή, από διεκδίκηση γίνεται απειλή. Αυτή η μετάβαση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί αλλά δεν μπορεί και να αγνοηθεί ως ανύπαρκτη.

Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι να αναζητήσουμε στο γράμμα μια εξήγηση της βίας που θα την ελαφρύνει. Είναι να αναγνωρίσουμε σε αυτό μια μαρτυρία για μια καθημερινότητα όπου η καθυστέρηση, η αδιαφορία, η αίσθηση ότι «κανείς δεν ακούει» λειτουργούν διαβρωτικά. Οι περισσότεροι άνθρωποι που βρίσκονται σε αυτή τη θέση δεν θα φτάσουν ποτέ σε πράξεις βίας.
Θα συνεχίσουν να περιμένουν, να καταθέτουν, να επιστρέφουν. Αλλά η συσσώρευση αυτής της εμπειρίας δεν είναι ουδέτερη. Δημιουργεί ένα υπόγειο ρήγμα εμπιστοσύνης.

Το γράμμα δεν είναι το άλλοθι ενός εγκλήματος. Είναι το ίχνος μιας διαδρομής όπου ο πολίτης αισθάνεται ότι μετατρέπεται από πρόσωπο σε φάκελο και από φάκελο σε πρόβλημα προς διεκπεραίωση. Και εκεί, σε αυτή τη μετατόπιση, η «πένα» αποκτά πράγματι τη δύναμη που της αποδίδει: όχι γιατί είναι πανίσχυρη, αλλά γιατί ο απέναντι έχει πάψει να αισθάνεται ότι διαθέτει οποιαδήποτε άλλη.

spot_img
spot_img
spot_img

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ