Η αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου δεν άνοιξε απλώς μια νομική συζήτηση γύρω από τα ισόβια και τον σωφρονιστικό κώδικα. Άνοιξε ξανά το υπόγειο δωμάτιο της Μεταπολίτευσης, εκεί όπου η ελληνική κοινωνία έκρυψε επί δεκαετίες τη βαθιά αμηχανία της απέναντι στην πολιτική βία.
Η «17 Νοέμβρη» δεν υπήρξε μόνο μια τρομοκρατική οργάνωση με νεκρούς, αίμα και εκτελέσεις. Υπήρξε και το πιο σκοτεινό σύμπτωμα μιας χώρας που συχνά έδειξε να καταδικάζει τη βία θεσμικά αλλά να τη δικαιολογεί υπόγεια πολιτισμικά. Για χρόνια ολόκληρα, τμήματα της δημόσιας ζωής αντιμετώπισαν τη «17 Νοέμβρη» περίπου σαν ιστορική παραφωνία με πολιτικό υπόβαθρο και όχι σαν αυτό που πραγματικά ήταν: μια μηχανή ιδεολογικής εκτέλεσης ανθρώπων μέσα στην καρδιά της δημοκρατίας.
Αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη αλήθεια που ποτέ δεν ειπώθηκε καθαρά στη χώρα: ότι η Μεταπολίτευση δεν εξουδετέρωσε πραγματικά τη γοητεία της βίας. Απλώς τη μετέφερε από τον δρόμο στη γλώσσα. Τη διέσωσε μέσα σε πανεπιστημιακές αμφισημίες, σε δημοσιογραφικές υπεκφυγές, σε πολιτικές σιωπές, σε εκείνη τη μόνιμη ελληνική συνήθεια να αναζητούνται πάντοτε «ιστορικά συμφραζόμενα» όταν ο νεκρός ανήκει στη λάθος πλευρά του ιδεολογικού χάρτη. Κι έτσι, αντί να υπάρξει μια πραγματική συλλογική συντριβή απέναντι στο γεγονός ότι μια τρομοκρατική οργάνωση εκτελούσε ανθρώπους επί δεκαετίες σχεδόν μέσα στην κανονικότητα της δημοκρατικής ζωής, δημιουργήθηκε σταδιακά ένα πέπλο σχετικοποίησης που δηλητηρίασε βαθιά τη δημόσια συνείδηση.
Γι’ αυτό και η φράση του Κώστα Μπακογιάννη προχθές «αν τον δω στον δρόμο, τι θα κάνω;» είχε τόσο μεγάλη δύναμη. Επειδή διέλυσε για μια στιγμή τη μεταπολιτευτική θεατρικότητα της ψυχραιμίας. Εκεί δεν μιλούσε ένας πολιτικός. Μιλούσε ο γιος ενός ανθρώπου που εκτελέστηκε από τη «17 Νοέμβρη». Και κυρίως μιλούσε ένας πατέρας που κατάλαβε ξαφνικά ότι το τραύμα πέρασε ήδη στην επόμενη γενιά, μέσα από το τηλεφώνημα του δικού του παιδιού. Εκεί καταρρέει όλη η βολική αφήγηση περί «ιστορικού κλεισίματος κύκλων». Γιατί οι κύκλοι δεν κλείνουν ποτέ για εκείνους που έμειναν πίσω. Η Ιστορία μπορεί να γίνεται ντοκιμαντέρ. Για τις οικογένειες όμως παραμένει καθημερινότητα.
Από τη «17 Νοέμβρη» μέχρι τα Τέμπη, το Μάτι και κάθε βίαιο θάνατο που συγκλόνισε τη χώρα, η Ελλάδα επαναλαμβάνει την ίδια τελετουργία λήθης. Αρχικά θρήνος. Έπειτα δηλώσεις. Μετά υποσχέσεις περί Δικαιοσύνης. Και τέλος η μεγάλη επιστροφή στην κανονικότητα, σαν η κοινωνία να διαθέτει έναν αμυντικό μηχανισμό αυτοπροστασίας που απομακρύνει γρήγορα τους νεκρούς από το κέντρο της συλλογικής συνείδησης για να μη διαταραχθεί η πολιτική και οικονομική ομαλότητα. Οι συγγενείς όμως παραμένουν εκεί σαν δυσάρεστη υπενθύμιση ότι τίποτα δεν τελείωσε πραγματικά. Και γι’ αυτό προκαλούν τόση ενόχληση: επειδή επιμένουν να χαλούν τη σκηνοθεσία της κανονικότητας.
Το πολιτικό σύστημα ανέχεται εύκολα τους νεκρούς όταν μετατρέπονται σε επετείους, στεφάνια και επετειακές ομιλίες. Δεν αντέχει όμως τους ζωντανούς που συνεχίζουν να πονάνε δημόσια. Δεν αντέχει τις μάνες που δεν σιωπούν, τους πατέρες που επιστρέφουν κάθε χρόνο στα ίδια σημεία, τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς να συμφιλιώνονται με την απώλεια. Γιατί όλοι αυτοί θυμίζουν κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: ότι κάτω από τη βιτρίνα της ώριμης ευρωπαϊκής δημοκρατίας, η Ελλάδα ουδέποτε επεξεργάστηκε πραγματικά ούτε τη σχέση της με τη βία ούτε τη σχέση της με τους νεκρούς της. Προτίμησε να μετατρέψει το τραύμα σε τηλεοπτικό υλικό, σε πολιτική διαχείριση και σε ιστορικό αρχείο.
Το βαθύτερο πρόβλημα της χώρας δεν βρίσκεται στο αν ένας καταδικασμένος τρομοκράτης δικαιούται νομικά να αποφυλακιστεί, αλλά στο ότι η ελληνική δημόσια ζωή έχει μάθει να φοβάται περισσότερο τη μνήμη παρά τη βία. Τη βία τη χωνεύει, τη σχολιάζει, τη σχετικοποιεί, τη μεταβολίζει πολιτικά. Τη μνήμη όμως όσων έμειναν πίσω δεν μπορεί να τη διαχειριστεί. Επειδή κάθε άνθρωπος που επιμένει να θυμάται λειτουργεί σαν κατηγορία απέναντι σε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική αφήγηση.
Σαν μια επίμονη υπενθύμιση ότι η δημοκρατία δεν τραυματίστηκε μόνο από τους δολοφόνους της, αλλά και από την αδυναμία της να κοιτάξει κατάματα τους νεκρούς που άφησαν πίσω τους.


















